Ένα τσιγάρο δρόμος (απ’ τις φοροελαφρύνσεις στις «κακοτοπιές»- και πάλι πίσω;)

rsz_ανΣε σήριαλ υψηλής τηλεθέασης τείνει να (ή έχει ήδη) καταλήξει η νέα «κόντρα» της κυβέρνητικής πλειοψηφίας με τους καταστηματάρχες των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων ανά την επικράτεια. Η ιδέα είναι φυσικά πιο απλή απ’ ότι τις καταλογίζεται: οι καλοκαιρινοί μήνες προσφέρονταν ανέκαθεν για απολύσεις και οι φθινοπωρινοί για επαναπροσλήψεις- και αυτό είναι μια πραγματικότητα που αφορά το σύνολο της τάξης μας που ζει και αναπνέει στο πραγματικό σύνταγμα των ταξικών συσχετισμών. Είναι, ακόμη, μια πραγματικότητα που συναντιέται μόλις παράλληλα με τους νόμους/ νομοσχέδια που οι κατά καιρούς υπουργοί/ τηλεπερσόνες συντάσσουν και καταθέτουν : η προηγούμενη ισχύουσα νομοθετική ρύθμιση (του Αρβανιτόπουλου) ήρθε να επικυρώσει και τυπικά αυτό που οι χιλιάδες εργαζόμενοι/ες στην ιδιωτική εκπαίδευση βίωναν απ’ την πλευρά τους σαν συνολική και με γενικούς όρους στρατηγική υποτίμησης της εργασίας/ μείωση του εργατικού κόστους/ ανταγωνιστική εντατικοποίηση. Αυτά συνέβαιναν –χοντρικά- απ’ το 2009 και ύστερα.

Ο κ. Φίλης και η κυβέρνηση του δεν είναι δα και τίποτα εχθροί της ιδιωτικής εκπαίδευσης! Ούτε μπορούν, ούτε και θέλουν. Αυτή μεγάλωσε τα παιδιά τους, αυτή μεγάλωσε και τους ίδιους και σίγουρα τις χρωστάνε πολλά γι’ αυτά που μέχρι σήμερα έχουν καταφέρει. Δεν έχουμε ανάγκη και από ακράδαντα τεκμήρια: ας το πούμε έτσι, για τη μνήμη, πως έχοντας ανάγκη για ρευστό θα νομοθετούσαν τότε τον Οκτώβρη έναν 23% και προς τα εκεί και θα άφηναν ήσυχους τους τζογαδόρους του ΟΠΑΠ. Αναβολή ονομάστηκε τότε η φοροελάφρυνση και έπρεπε να περιμένουμε έναν ακόμη μήνα μέχρι την κατάρτιση του προϋπολογισμού για την οποιαδήποτε επαναφορά- που φυσικά και δεν συνέβη ποτέ. Κάνουμε λάθος;

Αναδημοσιεύουμε παρακάτω δύο κείμενα του special pf. απ’ το περιοδικό Sarajevo και, πιο συγκεκριμένα, από τη στήλη «Σημειώσεις στο φωτοτυπάδικο» η οποία αφορά την πέραν κάθε τροπολογίας άγρια εκμετάλλευση και την ένταση εργασίας στον κλάδο των φροντιστηρίων.

Είπαμε και παραπάνω: Πραγματικό, πραγματικότατο, σύνταγμα των ταξικών συσχετισμών. Και, σε αυτό το επίπεδο, ας υποθέσουμε εκ των προτέρων πως ένας ακόμη νόμος θα μείνει στα χαρτιά…

 

Sarajevo | Τεύχος 98 | σημειώσεις στο φωτοτυπάδικο: ένταση εργασίας και απόλυτη υπεραξία στα φροντιστήρια

Αν θέλουμε να κατανοήσουμε τις συνθήκες εντός των οποίων εργάζονται οι καθηγητές/τριες στα φροντιστήρια – καθώς και τις σχέσεις που τις διέπουν – θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τι ακριβώς “παράγουν” αυτές τις επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τους επιχειρηματίες του κλάδου τα φροντιστήρια προσφέρουν γνώση ή ακόμα και παιδεία. Στην πραγματικότητα, κι αυτό είναι γνωστό σε όσους/όσες έχουν περάσει απ’ αυτά, είτε ως μαθητές είτε ως εργαζόμενοι, τα φροντιστήρια προσφέρουν κατάρτιση. Μάλιστα η κατάρτιση αυτή έχει αυστηρά προσδιορισμένο περιεχόμενο και αφορά αποκλειστικά στην αντιμετώπιση των σχολικών εξετάσεων όπως και των αντίστοιχων πανελληνίων. Ας δώσουμε ένα πρόχειρο παράδειγμα για την αντίθεση γνώσης-κατάρτισης. Ένας μαθητής που παρακολουθεί, επί τρία λυκειακά έτη, φροντιστηριακά μαθήματα φυσικής μπορεί να έχει καταρτιστεί στην επίλυση μιας ευρείας γκάμας ασκήσεων-προβλημάτων. Οι ασκήσεις αυτές σχετίζονται με διάφορους κλάδους της φυσικής και το επίπεδο δυσκολίας τους κυμαίνεται από εύκολο μέχρι αρκετά δύσκολο (επιπέδου πρώτου έτους πανεπιστημίου). Ταυτόχρονα, κατά κανόνα, είναι εντελώς ανίκανος να κάνει την παραμικρή σύνδεση μεταξύ της συσσωρευμένης γνώσης περί φυσικών νόμων και αρχών που έχει αποκτήσει και του φυσικού κόσμου μέσα στον οποίο ζει. Αντίστοιχα παραδείγματα μπορούμε να δώσουμε για τα μαθηματικά, για τα φιλολογικά, για τα μαθήματα οικονομικών.  Δεν είναι σκοπός αυτού του κειμένου να επεκταθεί στον αντιπαιδαγωγικό – αντιεκπαιδευτικό χαρακτήρα αυτής της λειτουργίας των φροντιστηρίων. Είναι (πιστεύουμε) ολοφάνερο, ακόμα και απ’ αυτό το τόσο τετριμμένο παράδειγμα, σε τι είδους γνώση και παιδεία αναφέρονται τα αφεντικά της παραπαιδείας. Αξίζει όμως να κρατήσουμε αυτή την αυτονόητη αναφορά γιατί έχει κάποιες αόρατες επιπτώσεις πάνω στην εργασία των μισθωτών καθηγητών στα φροντιστήρια.

 

Ποια είναι όμως τα απαιτούμενα μέσα παραγωγής για την παροχή αυτής της κατάρτισης; Από τη μία έχουμε τις υλικοτεχνικές υποδομές (σταθερό κεφάλαιο) οι οποίες περιορίζονται στις αίθουσες, τα θρανία, τις καρέκλες, τους πίνακες και τους μαρκαδόρους. Από την άλλη έχουμε το ανθρώπινο δυναμικό, καθηγητές/τριες, γραμματείς και καθαρίστριες (μεταβλητό κεφάλαιο). Εύκολα παρατηρεί κανείς ότι μιλάμε για επιχειρήσεις οι οποίες έχουν περιορισμένα και συγκεκριμένα έξοδα για την συντήρηση, την ανανέωση και την επέκταση του σταθερού τους κεφαλαίου. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται νοίκια, ρεύμα, τηλεφωνία-internet, νερό, αντικατάσταση μαρκαδόρων και πινάκων σε περίπτωση φθοράς και έκδοση φωτοτυπιών ή σημειώσεων σε μορφή βιβλίων. Ο μεγαλύτερος όγκος των εξόδων αυτών των επιχειρήσεων αφορά στο μισθολογικό κόστος, άμεσο (μισθοί) και έμμεσο (ασφαλιστικές εισφορές). [1Δυστυχώς δεν μπορέσαμε να βρούμε συγκεκριμένες μελέτες ή έστω αναφορές για την κατανομή του κόστους μεταξύ σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου στα φροντιστήρια. Βρήκαμε όμως μια αναφορά του πρόεδρου του Συνδέσμου Ιδρυτών Ελληνικών Ιδιωτικών Εκπαιδευτηρίων, Χαράλαμπου Κυραιλίδη. Αναφέρεται στα ιδιωτικά σχολεία, αλλά οι συνθήκες προσομοιάζουν αρκετά με τα φροντιστήρια. Λέει λοιπόν ο συνδικαλιστικός εκπρόσωπος των σχολαρχών “Το 70% των εξόδων ενός ιδιωτικού σχολείου είναι μισθοδοσία και ασφαλιστικές εισφορές, με το μεγαλύτερο μέρος του υπολοίπου να είναι πετρέλαιο κίνησης για τα σχολικά λεωφορεία…” (καθημερινή 23/8/2015). Σκεφτείτε ότι υπάρχουν πολλά φροντιστήρια με μαθητικό δυναμικό πάνω από 200 παιδιά (σαν σχολεία δηλαδή) και χωρίς έξοδα για πετρέλαιο κίνησης…] Μιλάμε δηλαδή ξεκάθαρα για επιχειρήσεις έντασης εργασίας και μάλιστα με τη βούλα και την “εγκυρότητα” των επίσημων εκπροσώπων των αφεντικών. [2Σύμφωνα με την “Μελέτη στρατηγικής των ελληνικών επιχειρήσεων για την ανάπτυξη πρακτικών λειτουργικής ευελιξίας και οργανωτικής καινοτομίας” του σ.ε.β, “ως έντασης εργασίας χαρακτηρίζεται μια επιχείρηση στην οποία το ύψος και το κόστος παραγωγής ή της αποδοτικότητας των υπηρεσιών εξαρτάται κυρίως από τον παράγοντα «εργασία», με την έννοια της ανθρώπινης προσπάθειας που καταβάλλεται για παραγωγικούς σκοπούς, καθώς και από τον μεγαλύτερο ή μικρότερο αριθμό εργαζομένων”.

Και συνεχίζει η εργοδοτική μελέτη: “ο βαθμός έντασης εργασίας μετριέται κατ’ αναλογία με το ποσό του κεφαλαίου και το ποσό των υλικών που απαιτείται για την παραγωγή ορισμένης ποσότητας προϊόντος. Όσο υψηλότερο είναι το ποσοστό των εργατικών δαπανών που απαιτούνται, τόσο υψηλότερης εντάσεως εργασίας χαρακτηρίζεται η επιχείρηση”.] Η παρεχόμενη “ποσότητα”, ποιότητα και η οργάνωση των υπηρεσιών, η οικοδόμηση της εμπιστοσύνης με τον πελάτη, η “εμπορικότητα” της επιχείρησης και εν γένει η συνολική λειτουργία των φροντιστηρίων εξαρτώνται σε τεράστιο βαθμό από την εργασία που παρέχουν οι μισθωτοί καθηγητές/τριες και οι γραμματείς. Η εργασία μάλιστα αυτή δεν διαμεσολαβείται, στην περίπτωση των καθηγητών/τριων, από κανενός είδους μηχανή. Μιλάμε για “γυμνή” από οποιαδήποτε τεχνολογία εργασία. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι προσομοιάζει με την εργασία στην συγκομιδή αγροτικών προϊόντων. Για να μαζευτούν οι φράουλες ή τα ροδάκινα το μόνο που χρειάζεται είναι χέρια. Γυμνή εργατική δύναμη δηλαδή. Για να κάνεις μάθημα δεν απαιτούνται πολλά παραπάνω πράγματα. [3Για να αποφύγουμε τις παρεξηγήσεις: δεν ισχυριζόμαστε, με την αναφορά αυτή στον πρωτογενή, ότι από την άποψη της υποτίμησης της εργασίας (και όχι μόνο) οι μισθωτοί των φροντιστηρίων βρίσκονται στην ίδια θέση της ταξικής διαστρωμάτωσης με τους, κατά κανόνα μετανάστες, εργάτες γης. Χρησιμοποιούμε την αφαίρεση αυτή για να δείξουμε ακριβώς την σημασία του παράγοντα “εργασία” στα φροντιστήρια.]

Απ’ αυτήν την σύντομη επισκόπηση της επιχείρησης-φροντιστήριο μπορούν να εξαχθούν ορισμένα σημαντικά συμπεράσματα. Η απόσπαση της υπεραξίας από τα αφεντικά μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με την απόλυτη μορφή της και σε καμία περίπτωση με την σχετική της. Υπό την έννοια ότι οι εργοδότες δεν μπορούν να επιβάλλουν μια αύξηση της παραγωγικότητας με την εισαγωγή νέων, πιο σύγχρονων και αποτελεσματικών μηχανών. Ώστε με την χρήση τους, στην ίδια ώρα εργασίας, ο εργαζόμενος να αυξήσει την ποσότητα του παραγόμενου προϊόντος-υπηρεσίας. Η απόσπαση λοιπόν της υπεραξίας γίνεται με τρόπο απόλυτο. Και όχι αποκλειστικά με έναν, αλλά με όλους τους δυνατούς.

Κατ’ αρχήν με τη συμπίεση του εργατικού κόστους. Τόσο στην άμεση όσο και στην έμμεση μορφή του. Μέσα στο ξέσπασμα της κρίσης, με πρόχειρους υπολογισμούς, το άμεσο εργατικό κόστος έπεσε τουλάχιστον κατά 30%. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι πριν την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων ο νεοεισερχόμενος στα φροντιστήρια καθηγητής πληρωνόταν, ή τουλάχιστον έπρεπε να πληρωνόταν,  με 11 ευρώ την ώρα, ενώ στην “μετα-συμβασιακή” περίοδο η ώρα κυμαίνεται στα 7 με 8 ευρώ.  Όσο για τη διαχείριση του έμμεσου εργασιακού κόστους από τα αφεντικά τα πράγματα πάνε ακόμα χειρότερα. Έχουν επιτύχει να εδραιώσουν ένα παράνομο καθεστώτος δραστικής μείωσης έως και εξαφάνισης του σε ορισμένες περιπτώσεις. Η  γκάμα της μείωσης του ξεκινά από την απολύτως μαύρη εργασία, περνά από τη ζώνη της “γκρίζας” απασχόλησης, που σημαίνει μερικώς αδήλωτη εργασία και με πλασματικές (πάντα προς τα κάτω βέβαια) αποδοχές και μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις φτάνει μέχρι την απολύτως νόμιμη εργασία. Τα δώρα και τα επιδόματα τείνουν να καταργηθούν στην πράξη, έστω κι αν νομοθετικά βρίσκονται ακόμα σε ισχύ. Αλλά ακόμα κι αν δίνονται είναι υπολογισμένα επί των πλασματικών ωρών και ωρομισθίων, συνεπώς πολύ κατώτερα από αυτά που νομίμως προβλέπονται.

Οι παραπάνω επεμβάσεις στον άμεσο και στον έμμεσο μισθό δεν αποτελούν τέκνα της κρίσης ή των “μνημονίων”. Υπήρχαν στην φαρέτρα των εργοδοτών πολύ πριν το ξέσπασμά της. Αποτέλεσαν συστηματικά χρησιμοποιούμενα εργαλεία για την διατήρηση ή και την αύξηση της κερδοφορίας καθώς και για την “επιβίωση” των επιχειρήσεων στα πλαίσια του μεταξύ τους ανταγωνισμού. Δίπλα και παράλληλα με τις παραπάνω τακτικές μείωσης του εργατικού κόστους, οι οποίες δεν αφορούν μόνο στα φροντιστήρια αλλά επεκτείνονται σε ολόκληρο σχεδόν το φάσμα της μισθωτής εργασίας, βρίσκουμε και τακτικές ιδιαίτερες του κλάδου. Η πιο διαδεδομένη είναι η παροχή άμισθης εργασίας για διάφορες δραστηριότητες που πλαισιώνουν την κυρίως εργασία του μαθήματος. Ενημερώσεις γονέων τα σαββατοκύριακα και εκτός ωρολογίου προγράμματος, συγγραφή σημειώσεων, συνευρέσεις για την σύνταξη διαγωνισμάτων, διορθώσεις κτλ αποτελούν ένα σεβαστό κομμάτι της καθηγητικής δουλειάς που μένει απλήρωτο. Κάτι σαν δωρεάν προσφορά των εργαζόμενων στις επιχειρήσεις.

Η επίθεση στους μισθούς για την ελαχιστοποίηση της χασούρας, για την διατήρηση ή/και την αύξηση των κερδών αποτελεί την μια πλευρά του νομίσματος της εργασιακής εκμετάλλευσης. Η άλλη έχει να κάνει με τον χρόνο εργασίας και παραμένει σχετικά αθέατη αν συγκριθεί με τις άμεσες μειώσεις μισθών. Κι αυτό διότι δεν φαίνεται να έχει απ’ ευθείας σχέση με το τι μπαίνει στην τσέπη. Η διδακτική ώρα είναι κατοχυρωμένο να διαρκεί 45 λεπτά. Ακολουθεί δεκάλεπτο διάλειμα και ξεκινά η επόμενη ώρα. Υπάρχουν φροντιστήρια τα οποία διαφημίζουν διδακτική ώρα 60 λεπτών. Αλλά και σε φροντιστήρια που έχουν κρατήσει το 45λέπτο πολύ συχνά γίνονται συμπτύξεις (για οικονομία χρόνου…) και τα δύο 45λέπτα μετατρέπονται σε ένα μιαμισάωρο χωρίς διάλλειμα. Δεν λείπουν και οι περιπτώσεις πλήρους εξαφάνισης των διαλλειμάτων. Τμήμα μπαίνει, τμήμα βγαίνει δηλαδή.

Ας το δούμε πιο αναλυτικά. Έστω ότι ένα φροντιστήριο πληρώνει 8 ευρώ την ώρα. Αν η διδακτική του ώρα είναι 60λεπτη αυτό σημαίνει ότι ο καθηγητής πληρώνεται με 6 ευρώ το 45λεπτο. Not bad at all. Με μια 15λεπτη αύξηση της διδακτικής ώρας ο εργοδότης πέτυχε 25% μείωση του ωρομισθίου. Φαίνεται μαγικό αλλά δεν είναι. Είναι στοιχειώδεις μαθηματικές πράξεις συνδυασμένες με μπόλικη ταξική συνείδηση, από την μεριά των αφεντικών όμως. Οι αυξήσεις στην διδακτική ώρα πάνε χέρι-χέρι με την συμπίεση έως και την εξαφάνιση των διαλειμάτων. Αναφερόμαστε σε 6, 7, 8 ή 9 ώρες συνεχούς μαθήματος με 5λεπτα ή ακόμα μικρότερα διαλλείματα. Αν συνδυαστεί αυτή η συμπύκνωση του ημερήσιου εργάσιμου χρόνου με τον “καταρτησιακό” χαρακτήρα της παρεχόμενης εκπαίδευσης τότε μπορεί να γίνει πλήρως κατανοητός ο βαθμός εντατικοποίησης της εργασίας. Γιατί η προετοιμασία για τις όποιες εξετάσεις δεν σηκώνει, κατά κανόνα, χαλαρούς ρυθμούς μαθήματος, συζητήσεις εκτός διδακτέου αντικειμένου ή οποιαδήποτε είδους λούφα την ώρα του μαθήματος.

Και κάτι τελευταίο για τον χρόνο εργασίας. Το πλήρες ωράριο των καθηγητών μέσης εκπαίδευσης στο δημόσιο σχολείο είναι 21 ώρες την εβδομάδα. Το ίδιο ίσχυε και για τα φροντιστήρια μέσης εκπαίδευσης βάση της συλλογικής σύμβασης εργασίας. Οι εργοδότες βέβαια δεν καταλαβαίνουν από τέτοιες ρυθμίσεις στην αγορά εργασίας. Όταν λοιπόν ένας καθηγητής ξεπερνά τις 21 ώρες εβδομαδιαίως σε ένα φροντιστήριο τα αφεντικά δεν προσλαμβάνουν άλλο καθηγητή. Αντίθετα φορτώνουν όλο και περισσότερες ώρες σ’ αυτόν που έχει ήδη πλήρες ωράριο. Και απ’ αυτό κερδίζουν. Γιατί αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι από τις αρχικές 21 ώρες κατά βάση μόνο ορισμένες είναι δηλωμένες, όλες οι επιπλέον των 21 ώρες είναι μαύρες. Γλιτώνουν δηλαδή επιπλέον ασφαλιστικές εισφορές, δώρα και επιδόματα. Ενώ εάν είχαν κάνει προσλήψεις θα έπρεπε τουλάχιστον να δηλώσουν ορισμένες ώρες για τους νεοπροσλαμβανόμενους. Σαν συνέπεια μειώνονται οι θέσεις εργασίας, οι καθηγητές δουλεύουν εξαντλητικά ωράρια που μπορεί να υπερβαίνουν τις 40 ώρες τη βδομάδα και η αδήλωτη εργασία επεκτείνεται.

Όλα τα παραπάνω μπορεί να μοιάζουν εντελώς αποκαρδιωτικά για την κατάσταση των σχέσεων εργασίας των καθηγητών και  των καθηγητριών στα φροντιστήρια. Και όντως είναι. Όπως το ίδιο συμβαίνει και σε ένα κάρο άλλες δουλειές. Δουλειές περισσότερο ή λιγότερο ειδικευμένες. Δουλειές περισσότερο ή λιγότερο υποτιμημένες. Δουλειές περισσότερο ή λιγότερο “διανοητικές”. Δουλειές περισσότερο ή λιγότερο χειρωνακτικές. Δουλειές σε γραφεία ή σε χωράφια. Δουλειές έντασης εργασίας. Όπου η απόσπαση υπεραξίας από τα αφεντικά πραγματοποιείται με την τόσο “πρωτόγονη” μέθοδο της μείωσης των μισθών, της ρύθμισης των ωρών εργασίας και την εντατικοποίηση της δουλειάς. Όπου η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στον εργατικό μόχθο, στην εργατική προσπάθεια. Όπου η τεχνολογία και οι μηχανές παίζουν μικρό ή και κανέναν ρόλο. Μέσα στις δουλειές αυτές και στον αντίποδα της μαυρίλας των συνθηκών εργασίας μπορεί κανείς να δει όσο πιο καθαρά γίνεται ποιοι και πως παράγουν τον πλούτο αυτού του κόσμου. Σε μια εποχή που ακόμα και οι ίδιοι οι παραγωγοί του  αρνούνται τους εαυτούς τους, μέσα σ’ αυτές τις δουλείες δεν χωρά καμία αμφιβολία για τον ρόλο και την αξία της εργασίας. Δεν είναι οι μηχανές, δεν είναι η ανταγωνιστικότητα, δεν είναι το επιχειρηματικό δαιμόνιο που παράγουν αξία. Είναι αποκλειστικά και μόνο η εργασία.

Και ακριβώς εκεί, δίπλα στις τόσο παλιές μα τόσο σύγχρονες μεθόδους εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης, φανερώνεται η τεράστια δύναμη της τάξης μας γυμνή από κάθε τεχνολογική μεσολάβηση. Αρκεί να τολμήσει κάποιος/α να την αντικρύσει.

 

 

Sarajevo | Τεύχος 100 | περιμένοντας τον σωλήνα

Η μερική απασχόληση είναι εργαλείο ευελιξίας για τους εργοδότες, και έχει ιδιαίτερη εφαρμογή στον τριτογενή εφόσον οι υπηρεσίες δεν μπορούν να αποθηκευτούν, άρα πρέπει να παράγονται τη στιγμή που ζητιούνται· συνεπώς εάν οι διακυμάνσεις της ζήτησης αντιστοιχούν με διακυμάνσεις της εργασίας, οι  εργοδότες απαλλάσσονται απ’ το έξοδο της μισθοδοσίας “αδρανούς” εργασίας. Οι κατ’ οίκον παρεχόμενες υπηρεσίες, όπως η φύλαξη μωρών, η καθαριότητα, αλλά και η καθαριότητα γραφείων ή η βιομηχανία διασκέδασης, φαγητού, το εμπόριο λιανικής, με τις ωριαίες, εβδομαδιαίες ή εποχιακές διακυμάνσεις τους, βρήκαν μια διέξοδο μείωσης του εργασιακού κόστους μέσω της σχεδιασμένης και επιβεβλημένης μερικής απασχόλησης [2Κόκκινες σελίδες, τεύχος 5: η αποδιάρθρωση της εργασίας – τριτογενοποίηση. Εκδ. της λέσχης κατασκόπων του 21ου αιώνα.]

Στο προηγούμενο κείμενο αυτής της στήλης αναφερθήκαμε στις μεθόδους με τις οποίες αποσπάται υπεραξία από τους εργαζόμενους στα φροντιστήρια. Επιχειρήσαμε να αναδείξουμε την χαμηλή οργανική σύνθεση του κεφαλαίου στις φροντιστηριακές επιχειρήσεις και τη διαρκή κατάσταση έντασης εργασίας που αυτή συνεπάγεται. Η κεντρική λογική της επιχειρηματικότητας βρίσκεται στην αδιάκοπη αναζήτηση – αύξηση του κέρδους. Εκεί όπου το κέρδος ή η αύξησή του δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της εισαγωγής σύγχρονων και πιο αποτελεσματικών τεχνικών μέσων, η διαχείριση της εργασίας αποκτά κομβικό ρόλο. Δια μέσου της ρύθμισης του εργασιακού κόστους σε όλο του το εύρος αλλά και της πειθάρχησης της εργασιακής δύναμης, τα αφεντικά επιτυγχάνουν τις επιθυμητές, γι’ αυτά, προσαρμογές στις πολυποίκιλες διακυμάνσεις της αγοράς. Στη βάση αυτή κρίνουμε ότι η αρχική αναφορά από τις “κόκκινες σελίδες” ταιριάζει “γάντι” στις σχέσεις εργασίας στα φροντιστήρια. Βέβαια στο συγκεκριμένο τεύχος των κόκκινων σελίδων περιγράφεται η αλλαγή παραδείγματος στις εργασιακές σχέσεις από το μοντέλο σταθερής, εξασφαλισμένης και πλήρους απασχόλησης σε αυτό της ελαστικής, επισφαλούς και μερικής. Αλλαγή που σχεδιάστηκε και εφαρμόστηκε με τρόπο μεθοδικό και συστηματικό από τους “κύριους” αυτού του κόσμου· έως ότου έφτασε να αποτελεί την κανονικότητα για εκατομμύρια μισθωτούς του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Τα φροντιστήρια αποτελούν έναν από τους κλάδους του τριτογενή στους οποίους αυτή η αλλαγή παραδείγματος δεν χρειάστηκε να γίνει. Και ο λόγος είναι απλός. Εξ αρχής και με ελάχιστες εξαιρέσεις, που αφορούσαν κάποια πολύ  κεντρικά  φροντιστήρια, το κεϋνσιανό μοντέλο απασχόλησης δεν εφαρμόστηκε ποτέ.

ωρομισθία ή αλλιώς η οργάνωση της just in time [3] παροχής υπηρεσιών…

Η ωρομισθία αποτελεί την πάγια σταθερά των εργασιακών σχέσεων στα φροντιστήρια και εκ πρώτης όψεως φαίνεται μια “λογική” σταθερά. Στο εμπόριο λιανικής επιβάλλεται τα προς πώληση προϊόντα να είναι άμεσα διαθέσιμα στους εκάστοτε πελάτες. Και τα φροντιστήρια εμπορεύονται το προϊόν εκπαίδευση. Το προϊόν αυτό έχει την ιδιαιτερότητα (χωρίς η ιδιαιτερότητα αυτή να αποτελεί αποκλειστικότητα του) να μην επιδέχεται στοκάρισμα. Τη στιγμή που ο πελάτης έρθει στην επιχείρηση για να αγοράσει το εμπόρευμα ο ιδιοκτήτης του φροντιστηρίου δεν μπορεί να πάει σε κάποιο ράφι ή σε κάποια αποθήκη και να του φέρει το ζητούμενο εκπαιδευτικό πακέτο. Το εμπόρευμα σαν τέτοιο είναι “on demand”. Φορέας του εμπορεύματος είναι ο μισθωτός καθηγητής/τρια. Τι συμβαίνει λοιπόν τότε;

Μέσα στο καλοκαίρι, όταν οι φρενήρεις ρυθμοί δουλειάς χαλαρώνουν και ξεκινάει η θερινή προετοιμασία των υποψηφίων για τις πανελλήνιες εξετάσεις, γίνονται τα deals των εργοδοτών με τους εργαζόμενους για τη νέα σχολική χρονιά. Οι εργοδότες έχουν μια γενική και κατά κανόνα πολύ κοντά στην πραγματικότητα εικόνα για το πελατολόγιό τους. Με βάση την εικόνα αυτή ανακοινώνουν σε κάθε εργαζόμενο αν θα τον χρειαστούν και πόσο θα τον χρειαστούν. Έστω ότι ανακοινώνουν σε έναν εργαζόμενο ότι από Σεπτέμβρη θα έχει 20 ώρες την εβδομάδα. Αυτό δεν σημαίνει ότι από την πρώτη του Σεπτέμβρη, που ξεκινά η φροντιστηριακή σεζόν, ο εργαζόμενος θα δουλεύει 20 ώρες την εβδομάδα. Μέχρι να οριστικοποιηθούν οι εγγραφές μαθητών και συνεπώς το πρόγραμμα εργασίας, διαδικασία που κρατάει περίπου ένα με ενάμιση μήνα, οι εβδομαδιαίες ώρες εργασίας κυμαίνονται και διανέμονται με έναν εντελώς ακανόνιστο τρόπο. Μπορεί τη μια εβδομάδα να δουλέψει 10 ώρες συγκεντρωμένες σε δύο μέρες. Μπορεί την άλλη εβδομάδα να δουλέψει 15 ώρες τυχαία κατανεμημένες σε τρεις ή τέσσερις μέρες. Ώσπου, με λίγη τύχη, μετά από ένα μήνα θα σταθεροποιηθεί στις 20 ώρες την εβδομάδα με σταθερό πρόγραμμα. Η υποτιθέμενη παγίωση του εβδομαδιαίου προγράμματος παραμένει διαρκώς δυναμική. Μπορεί ένας πελάτης να ζητήσει επιπλέον ώρες, μπορεί κάποιος άλλος να ζητήσει την αλλαγή του καθηγητή, μπορεί νέοι πελάτες να εμφανιστούν κατά τη διάρκεια της χρονιάς και μπορεί κάποιοι άλλοι να φύγουν. Φαίνεται λοιπόν σε ένα περιβάλλον όπως αυτό που περιγράφουμε η πλήρης απασχόληση να αδυνατεί να ανταποκριθεί. Είναι πολύ σταθερή, πολύ βαριά, πολύ δύσκαμπτη. Στον αντίποδα η μερική απασχόληση, όπως αυτή εκφράζεται από την ωρομισθία, ταιριάζει γάντι. Ανά πάσα στιγμή μπορεί να χτυπήσει το τηλέφωνο του εργαζόμενου και να του ανακοινωθεί πως την επόμενη ημέρα έχει μία ή δύο ώρες περισσότερες ή λιγότερες. Και αυτό μπορεί να συμβεί πολλές φορές μέσα στη χρονιά. Για τους πραγματιστές της οικονομίας της αγοράς, το παράδειγμα μας θα μπορούσε να αποτελέσει τρανή απόδειξη του πως η αγορά, με το αόρατο χέρι της, μπορεί να αυτο-ρυθμίζεται ανταποκρινόμενη στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει με απολύτως αποτελεσματικό τρόπο.

Η εργατική κριτική όμως, χωρίς να αγνοεί ή να υποτιμά την “προσαρμοστικότητα” της αγοράς, πηγαίνει πολύ πιο μακριά από τους χειροκροτητές αυτού του laissez-faire. Οι εργοδότες μέσω της ωρομισθίας όντως οριοθετούν τις σχέσεις εργασίας στα πλαίσια που θέτει ο συγκεκριμένος αγοραστικός κλάδος. Καταφέρνουν όμως παράλληλα και κάποια καθόλου περιφερειακά (ως προς τη ρύθμιση των κερδών τους) αποτελέσματα.

Κατ’ αρχήν, όπως ακριβώς αναφέρει και η αρχική αναφορά των κόκκινων σελίδων, απαλλάσσονται απ’ το έξοδο της μισθοδοσίας “αδρανούς” εργασίας. Στο χώρο των φροντιστηρίων αυτό σημαίνει πως οι εργαζόμενοι πληρώνονται ακριβώς για τις ώρες που δουλεύουν. Στις θεσμοθετημένες αργίες δεν παίρνουν ούτε cent. Αν λείψουν από το μάθημα λόγω ασθένειας ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο δεν παίρνουν ούτε cent. Αν ένα μάθημα ακυρωθεί εκτάκτως και ειδοποιηθούν μια μέρα πριν δεν παίρνουν ούτε cent. Βεβαίως τα μηνιαία δίδακτρα που καταβάλλουν οι πελάτες δεν ακολουθούν τις αυξομειώσεις των μισθών ανάλογα με τις αργίες, τις μέρες ασθενείας ή τις ακυρώσεις μαθημάτων. Τα δίδακτρα παραμένουν σταθερά. Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς πως οι αργίες των εργαζομένων αντιστοιχούν σε ιδιότυπα επιδόματα αδείας για τα αφεντικά. Διότι το μέρος των εσόδων που προορίζονται για την μισθοδοσία των καθηγητών/τριών περνάει απευθείας στις τσέπες των εργοδοτών τους. Ειδικά κατά τις διακοπές των χριστουγέννων και του πάσχα όπου αντίστοιχα οι μέρες αργίας κυμαίνονται από πέντε έως δέκα οι υπάλληλοι των φροντιστηρίων χάνουν περίπου το 20-25%  του μισθού τους. Αν υποθέσουμε ότι σε ένα φροντιστήριο εργάζονται τριάντα καθηγητές πιστεύουμε να γίνεται αντιληπτό το ύψος του ποσού που κερδίζουν τα αφεντικά.

Κατανοώντας τον μισθό, όχι απλά και μόνο σαν φράγκα, αλλά σαν σχέση και συγκεκριμένα σαν σχέση ταξικής κυριαρχίας-εξουσίας δεν μπορούμε να αγνοήσουμε μια μη-χρηματική αλλά εξίσου σημαντική λειτουργία της ωρομισθίας. Μέσω της just-in-time παροχής υπηρεσιών οι εργοδότες καταφέρνουν να εισβάλλουν στον πυρήνα της εργατικής ζωής, στην ίδια την εργατική καθημερινότητα. Η ελαστικοποίηση του εργάσιμου χρόνου, που έρχεται σαν απάντηση στις κυμαινόμενες απαιτήσεις των πελατών, καθορίζει την εργατική καθημερινότητα με τρόπο άναρχο. Από τον Σεπτέμβρη μέχρι τον Ιούνη, που διαρκεί η φροντιστηριακή χρονιά, το ωράριο εργασίας και η κατανομή του δεν θεωρούνται ποτέ δεδομένα. Συνέπεια αυτής της έλλειψης σταθερότητας είναι και η ελαστικοποίηση όλων των υπολοίπων δραστηριοτήτων της καθημερινότητας· από τη στιγμή που αυτές ορίζονται με βάση τη σταθερά εργασία. Η ζωή δεν ακολουθεί το τρίπτυχο 8ώρες δουλειά, 8 ώρες ξεκούραση, 8 ώρες ψυχαγωγία. Το οποίο δίνει τουλάχιστον τη δυνατότητα οργάνωσης του ελεύθερου χρόνου σε σταθερή βάση. Αλλά αντιθέτως ακολουθεί το ό,τι θέλει ο πελάτης και κατά συνέπεια το ό,τι πει το αφεντικό. Η καπιταλιστική εξουσία εισχωρεί και καθορίζει με τον τρόπο αυτόν ακόμα και τον ελεύθερο από εργασία χρόνο, συρρικνώνοντας ή επεκτείνοντάς τον. Με ό,τι συνεπάγεται αυτό για τις διάφορες όψεις της εργατικής πραγματικότητας ακόμα και σε ψυχοσυναισθηματικό επίπεδο.

… και εννιάμηνες συμβάσεις

100_22.jpg

Αν η ωρομισθία ορίζει την ελαστικοποίηση και την μερικότητα της απασχόλησης στην κλίμακα της εργάσιμης ημέρας οι εννιάμηνες συμβάσεις  ολοκληρώνουν τη “δουλειά” στην κλίμακα του χρόνου. Η ετήσια ρουτίνα στην φροντιστηριακή εκπαίδευση καθορίζεται από μια επαναλαμβανόμενη και με περιοδικότητα διαδικασία απολύσεων και επαναπροσλήψεων. Οι μισθωτοί καθηγητές και καθηγήτριες προσλαμβάνονται κατά τον Σεπτέμβρη [4Σκόπιμα χρησιμοποιούμε την φράση “…κατά τον Σεπτέμβρη”. Ο λόγος είναι ότι ακόμα και η πρόσληψη βρίσκεται στην διακριτική ευχέρεια των αφεντικών. Οι πιο συνεπείς προσλαμβάνουν την 1η Σεπτέμβρη που είναι και η επίσημη έναρξη των μαθημάτων, άλλοι το τραβάνε κατά τα μέσα του ίδιου μήνα και άλλοι το πάνε για Οκτώβρη. Νομίζουμε ότι δεν χρειάζεται να σχολιάσουμε το τσέπωμα των ασφαλιστικών εισφορών για χρονικό διάστημα έως και ένα μήνα. Άσε που το κάνουν και με φιλεργατικό στυλάκι, λέγοντας στους εργαζόμενους πως δεν τρέχει και τίποτα αφού παίρνουν, ακόμα, ταμείο ανεργίας.] και απολύονται τέλη Μαΐου, αρχές Ιούνη. Όσοι και όσες δουλεύουν και κατά τη θερινή προετοιμασία των μαθητών για τις πανελλήνιες προσλαμβάνονται για έναν ακόμα μήνα, τον Ιούλιο, στο τέλος του οποίου απολύονται (για ακόμα μια φορά) μέχρι τον Σεπτέμβρη.

Και πάλι …οι  εργοδότες απαλλάσσονται απ’ το έξοδο της μισθοδοσίας “αδρανούς εργασίας”. Αυτή τη φορά μάλιστα όχι για λίγες μέρες αλλά για περιόδους που κυμαίνονται από ενάμιση έως τρεις μήνες. Όσο δεν γίνονται μαθήματα κανείς εργαζόμενος δεν παίρνει φράγκο· ούτε ένσημα.  Αν συνδυαστεί η συνθήκη αυτή με την ωρομισθία μιλάμε για την μεταμοντέρνα εκδοχή της πληρωμής με το κομμάτι· χωρίς αλυσίδες παραγωγής, τόρνους και μουτζούρες αλλά με πρωταγωνιστές πτυχιούχους υπαλλήλους του τριτογενούς. Από υλική άποψη τα αφεντικά εκτός από τα προφανή κερδίζουν και σε ένα σημείο ακόμα. Δεν υπάρχει ποτέ περίπτωση να πληρώσουν αποζημίωση απόλυσης. Αν ένας/μία υπάλληλος δεν τους κάνει, για όποιο λόγο κι αν αποφασίσουν κάτι τέτοιο, δεν χρειάζεται να απολυθεί. Τον Ιούνη τελειώνει η σύμβασή του και ούτε γάτα ούτε ζημιά· αφού η σύμβαση έληξε και δεν έχουν καμία, ούτε καν τυπική-νομική, υποχρέωση να τον/την ξαναπροσλάβουν.

Εκεί όμως που οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου αποκτούν κεντρική σημασία είναι στις μη άμεσα μισθολογικές τους προεκτάσεις. Έχουν κομβικό ρόλο στις σχέσεις εξουσίας μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων. Αν ένας εργαζόμενος γνωρίζει ότι κάθε εννιά μήνες απολύεται χωρίς κανένα κόστος για τους εργοδότες, όλη του η συμπεριφορά εντός του χώρου εργασίας προσαρμόζεται γύρω από αυτή τη συνθήκη. Η προσαρμογή αυτή ξεκινάει από την εντατικοποίηση της δουλειάς, περνάει μέσα από την αντιμετώπιση των μαθητών με τρόπους τέτοιους ώστε να μην υπάρχουν παράπονα προς τη διεύθυνση και φτάνει μέχρι την παραίτηση από κάθε είδους διεκδίκηση. Και δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς από τη στιγμή που κάθε καλοκαίρι οι εργαζόμενοι βρίσκονται, χωρίς σύμβαση εργασίας, στη θέση να διαπραγματεύονται ατομικά με τους εργοδότες τους όχι μόνο το πόσο θα εργαστούν αλλά και το ύψος του ωρομισθίου τους για τη νέα χρονιά. Οι εννιάμηνες συμβάσεις αποτελούν συνεχόμενες συμφωνίες εκβιασμού περιορισμένου χρόνου. Κάτι σαν προσφορά εργασίας σε επαναλαμβανόμενες δόσεις. Μπορεί ένας καθηγητής τη μια χρονιά να εργάζεται για 30 ώρες την εβδομάδα και ο προγραμματισμός της ζωής του να γίνεται με βάση αυτό το δεδομένο και την επόμενη χρονιά οι ώρες του να γίνουν 20 ή 10 ή καμία και βλέπουμε. Είτε επειδή τράβηξε κάποιες κόντρες με το αφεντικό, είτε επειδή δεν είναι αρκετά εμπορικός, είτε επειδή η πελατεία του φροντιστηρίου μειώθηκε. Εργασία λάστιχο, ζωή λάστιχο σαν να λέμε.

Αυτή η αλληλουχία εργασίας-ανεργίας-εργασίας με, πιθανώς, κάθε φορά διαφορετικούς όρους επεκτείνει την εξουσία των εργοδοτών πάνω στους υπαλλήλους τους πολύ πέρα από την άμεση απόσπαση υπεραξίας. Επιτυγχάνοντας την πειθάρχηση και την just-in-time διαχείριση της εργασιακής δύναμης προς όφελος των πρώτων. Η αποτελεσματικότητα των συμβάσεων ορισμένου χρόνου στην αντιμετώπιση των διακυμάνσεων της “αγοράς” φτάνει να αποτελεί ιδεολογικό περιτύλιγμα (αν και είναι 100% πραγματική) μπροστά σε όλα τα υπόλοιπα οφέλη που προσφέρει στα αφεντικά. Και αφήνει τους υπαλλήλους τους, όλους μαζί και τον καθένα μόνο του, να διαχειριστούν τις υλικές, ηθικές και ψυχοσυναισθηματικές επιπτώσεις της σύγχρονης οργάνωσης της εργασίας με όποιον τρόπο μπορεί ο καθένας και η καθεμία. Μέχρι να φτάσουν σε εκείνο το σημείο ανακάλυψης του χαμένου (εδώ και πολύ καιρό) συλλογικού εαυτού και ταυτόχρονα στην επανάκτηση εκείνης της βαθιάς κριτικής ικανότητας που ανά ιστορικές περιόδους χαρακτήριζε τους μοναδικούς δημιουργούς του πλούτου. Ίσως τότε να δοθούν ορισμένες κατάλληλες απαντήσεις στα προβλήματα που η ίδια η καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας θέτει με τόσο επίμονο και βασανιστικό τρόπο. Το ότι έγινε στο παρελθόν (όχι μία αλλά πολλές φορές) δεν σημαίνει ότι παρήλθε αμετάκλητα. Σημαίνει ότι μπορεί να ξαναγίνει.

Advertisements