Από την αναγκαιότητα στην περιορισμένη εξέγερση (ο αντικομφορμιστής αρχιτέκτονας)

Το παρακάτω απόσπασμα βρίσκεται στο βιβλίο του Γ. Μεταξά: » Ο καθημερινός χώρος», Κομμούνα, 1983, σ. 25- 29. Η επικαιρότητα του δεν συνίσταται σε κάποια διαχρονική αλήθεια που ενσωματώνει, αλλά στη διαρκή ανάγκη για μελέτη των κοινωνικών/ταξικών αντιθέσεων που προκύπτουν από την σύγκρουση της δημιουργικότητας της ζωντανής εργασίας (που δημιουργεί πλούτο) με τον καταμερισμό, τη διαστρωμάτωση, και τους κανόνες που τις επιβάλλονται ως παραγωγικές σχέσεις. Η εργατική τάξη ενάντια στην εργασία της; Κάπως έτσι. Και αντίστοιχα: Το πρίσμα της εργατικής τάξης, η συγκεκριμένη μέθοδος/ θεωρία που παράγεται από τη συγκεκριμένη θέση, για τη συγκεκριμένη θέση, και μέσα στη συγκεκριμένη θέση ενάντια στις θεωρίες των αφεντικών της. Τόσα απλά, αλλά χρειάζεται χρόνος. Όσα ακολουθούν ας γεμίσουν τον χρόνο, και βλέπουμε.

Αν ήθελε κανείς να συνοψίσει τα μέχρι τώρα συμπεράσματα θα διαπίστωνε ότι συγκλίνουν στις εξής τρεις βασικές διαπιστώσεις:

Η πρώτη αναφαίρεται στην ανεπάρκεια της, μέχρι πρόσφατα, μοντέρνας αρχιτεκτονικής να συμβαδίσει με τις απαιτήσεις που δημιουργούν τα αποτελέσματα της εφαρμογής της, και κύρια των εμπορευματοποιημένων και λαικίστικων εκφάνσεων της μέσα στην πόλη. Με την έννοια αυτή η μοντέρνα αρχιτεκτονική ιδεολογία δεν μπορεί να συστήσει μια εναλλακτική δυνατότητα στην αναδιάρθρωση του χώρου και, πολύ περισσότερο, να συντελέσει στην κοινωνικοποίηση αυτής της διεργασίας.

Η δεύτερη διαπίστωση σχετίζεται με τη μεταμοντέρνα αρχιτεκτονική και αναφέρεται στην άρνηση της, και απόλυτα δεκτή μάλιστα, να επέμβει καταλυτικά πάνω στο χώρο. Ο πλουραλισμός της και το γεγονός ότι θέλει να συμπεριλάβει ποικίλα στοιχεία κάθε εθνικής κουλτούρας, ώστε να διευρύνει τους κώδικες επικοινωνίας της αρχιτεκτονικής, διατυπώνει ταυτόχρονα και την αδυναμία της αρχιτεκτονικής συνολικότερα να αποτελέσει μια επιθετική πρωτοβουλία στα πλαίσια ενός κοινωνικού μετασχηματισμού που προκύπτει από τα κάτω. Η επιθυμία για μια αναφορά με τα ίδια μέσα, αλλά με διαφορετικό τρόπο σε στενό και ευρύ κοινό, εγκλείει σεβασμό για το αντικείμενο της κοινωνικής αλλαγής αλλά ταυτόχρονα υποδηλώνει και το διαχωρισμό από το αντικείμενο αυτό. Η διατύπωση της κρίσης δεν εμπεριέχει αναγκαστικά την υπόσχεση ενός μέλλοντος και μιας απελευθέρωσης.

Η τρίτη διαπίστωση αναφέρεται στην αδυναμία κάποιων κοινωνικών κινημάτων γύρω από την πόλη να συστήσιυν ολοκληρωμένη πρόταση πάνω σε προβλήματα της πόλης. Αρνούνται τη συνολική στρατηγική αλλά και την αναφορά σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, όπως αποπειράται η μεταμοντέρα αρχιτεκτονική, αν και δεν έχουν την αδυναμία να μιλούν από τη σκοπιά του ειδικού. Περιορίζονται στα άμεσα και συγκεκριμένα προβλήματα του στενού περίγυρου τους, αδιαφορώντας για το γενικό πρόβλημα της χωρίς ιδιαίτερα περιθώρια προοπτικής.

Οι τρεις αυτές διαπιστώσεις διατυπώνουν και το κεντρικό πρόβλημα της σχέσης της αρχιτεκτονικής με τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος, σαν βασικό ερώτημα αυτής της ανάλυσης. Το πρόβλημα μετατίθεται από την αρχιτεκτονική στον αρχιτέκτονα ο οποίς βρίσκεται σε μια θέση αμφιταλαντευόμενη. Δεν είναι αρκετά αισιόδοξος ώστε να εγκαταλείψει την ειδικότητα του και να μετατραπεί σε επαναστάτη χωρίς επανάσταση, και από την άλλη διαισθάνεται ή και αντιλαμβάνεται τις περιορισμένες κοινωνικές δυναμικές του χώρου μέσα στον οποίο κινείται. Την απομυθοποίηση των νοημάτων της τεχνολογίας, του σχεδιασμού και του προγραμματισμού, που συνιστούν την πολυσυζητημένη προυπόθεση της ανάπτυξης, δεν μπορούν να υποκαταστήσουν οι ελάχιστες απαιτήσεις, σήμερα τουλάχιστον, κάποιων κινημάτων, σχέσεων, αρχιτεκτονικής χωρίς αρχιτέκτονες.

Οι αρχιτέκτονες κατά παράξενα αντιφατικό τρόπο έχουν μια έμμεση επικοινωνία με τον χώρο, καθόσον δεν τον αντιμετωπίζουν ούτε σαν ανταλλακτική ούτε σαν χρηστική αξία. Αποτελούν ένα από το μέσα παραγωγής του, όντας κομμάτι των παραγωγικών σχέσεων του, ενώ υποτίθεται ότι διαμορφώνουν το περιβάλλον, αποτελούν ξένο σώμα σε σχέση με αυτό. Τα ενδιαφερόμενα κοινωνικά στρώματα στις αποσπασματικές απόπειρες τους να σπάσουν αυτές τις σχέσεις, δεν έχουν διατυπώσει καμία πρόθεση να εσωματώσουν τους αρχιτέκτονες, ιδιαίτερα μάλιστα όταν αυτοί δεν κάνουν προσπάθεια να ανέβουν στο επίπεδο αυτών των κοινωνικών στρωμάτων. Ο ανθρώπινος παράγοντες δεν έχει υπεισέλθει αποφασιστικά στον προβληματισμό τους.

Η επίλυση αυτού του συστήματος αντιθέσεων δεν είναι κάτι που εξαρτάται από τις προτάσεις ή τις ανησυχίες μιας περιορισμένης ομάδας. Με την έννοια αυτή η πρόταση που ακολουθεί διαγραμματικά, έχοντας εκτός των άλλων υπόψη της ότι η ιστορία του κινήματος γράφεται τώρα, γνωρίζει ότι δεν έχει εναλλακτικό χαρακτήρα αλλά αντίθετα εγκεφαλικό, και έρχεται κατ’ ουσία να ερμηνεύσει κάποιες πρακτικές επιλογές. Η υπόθεση της οργάνωσης του χώρου είναι ζήτημα της άμεσης δημοκρατίας, των μαζών που ενδιαφέρονται για ζωή και όχι για επιβίωση.

Η αρχιτεκτονική για να ολοκληρώσει τον κύκλο της, είναι απαραίτητο να ξεπεράσει τη συμβατικότητα της , αμφισβητώντας και τη διαδικασία παραγωγής του κτισμένου περιβάλλοντος καθώς και τα διάφορα αυτονόητα της, πολύ πέρα από το σημείο που έφθασαν οι μεταμοντέρνοι αρχιτέκτονες. Μόνον όταν οι αρχιτέκτονες διαχυθούν μέσα σε όλη την κλίμακα της διαδικασίας παραγωγής του χώρου, εφόσον εξακολουθούν να διατηρούν τον διόλου τιμητικό τίτλο του επιστήμονα, θα βάλουν τις προυποθέσεις όχι μόνο της αυτοκατάργησης τους αλλά και της ενσωμάτωσης τους σε ένα διαφοροποιημένο κοινωνικό γίγνεσθαι, λύνοντας και τα περιοριστικά όρια τους για επιβίωση. Ο επιστήμονας αρχιτέκτονας, που εστιάζει τις προσπάθειες του σε μια ριζοσπατική αρχιτεκτονική έρευνα, βρίσκεται αντιμέτωπος  με δύο τουλάχιστον ερινύες: από τη μια μεριά το απογοητευτικό και εξοντωτικόι σύστημα των μανδαρίνων, των αρχιτεκτονικών κατεστημένων, της ανεργίας, της αυτοκατανάλωσης ή της διττής πρακτικής, από την άλλη όλο το ριζοσπαστισμό του κινδυνεύει να τον απευθύνει σε μια δράκα της κοινωνικής αριστοκρατίας, προσφέροντας στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, για μια από τις σπάνιες φορές στην ιστορία τους, μικροαστικά ή λαικά πρότυπα, ικανοποιόντας τον λαικισμό τους, ο οποίος γίνεται του σειρμού στην εποχή μας.

Σε πλήρη αντιδιαστολή, η είσοδος του αρχιτέκτονα στο εργοτάξιο, σαν πρώτο στοιχείο της αποιεράρχισης του, ξεπερνά όλα τα προβλήματα των σχέσεων του με τον κοινωνικό σχηματισμό, και της οικονομικής συντήρησής του χωρίς ιδεολογικά ή συνειδησιακά ανταλλάγματα. Ταυτόχρονα ο ριζοσπαστισμός του αποκτά τη δυνατότητα όχι μόνο να κοινωνικοποιηθεί σαν προβληματισμός μέσα στα όρια ενός υπάρχοντος συστήματος αντιθέσεων, αλλά να αναζητήσει νέες μεθόδους στην παραγωγή του κτισμένου χώρου. Δεν θα πάψει να είναι διανοούμενος, καθόσον η θεωρητική γνώση δεν διαγράφεται από τον εγκέφαλο, αλλά αποτελεί και εμφανή ειδοποιό διαφορά αυτών που την κατέχουν, αλλά από μέσω παραγωγής θα μετατραπεί σε παραγωγική δύναμη με δικαίωμα λόγου στην παραγωγή σαν άμεση συνέπεια. Η χειραφέτηση αυτή, όσο και να φαίνεται αντιφατική από πρώτη σκοπιά, είναι ουσιαστική, και για τον λόγο ότι οι όροι επικοινωνίας και διαπραγμάτευσης με τους άμεσα ενδιαφερόμενους χρήστες γίνονται άμεσοι. Οι αρχιτέκτονες επιστρέφουν στην άμεση παραγωγή του κτισμένου χώρου μεταφέροντας και το κέντρο των αποφάσεων, μικρής κλίμακας τουλάχιστον, μέσα σ’ αυτήν. Η σημασία αυτής της απόπειρας είναι ότι λειτουργεί τελείως αποδομητικά για τις αξίες με τις οποίες γαλουχεί η εκπαίδευση, σε άμεση συνάρτηση με την κοινωνική καταξίωση, τον εργονόμο αρχιτέκτονα. Σε έργα μικρής κλίμακας όλη η αγωνία του να δείξει μια ιδιαιτερότητα ευαισθησιών αποκτά ένα προσανατολισμό που έχει αυξημένες δυνατότητες να αποκτήσει ακόμα και κοινωνικό αντικείμενο, παρά να περιοριστεί στο να αποτελεί ειδοποιό διαφοράσ σε επίπεδο ύφους. Οι σχέσεις, οι προβληματισμοί, οι ιεραρχήσεις, ακόμη και η γλώσσα είναι αντικείμενα αναδιαπαιδαγώγησης του αρχιτέκτονα. Η ιδιαιτερότητα της συμμετοχής του σε σχέση με τους μαστόρους, τους βοηθούς, τους εργάτες ή τους χρήστες εξακολουθεί να υφίσταται, αλλά παραμένει ακόμη με ζητούμενο περιεχόμενο που μόνο διαγραμματικά θα προσδιοριστεί μετά από τη μελέτη της σχέσης αρχιτεκτονικού και καθημερινού χώρου, καθώς και της διαδικασίας παραγωγής του πρώτου, καθόσον με τον δεύτερο έχουμε ήδη ασχοληθεί αρκετά.

Μια τέτοια επιλογή βέβαια, δεν σημαίνει τη επιστροφή στην εποχή των μαστόρων και των συναφιών, όσο τη μετατόπιση κάποιων «ειδικών» στο αντίπαλο στρατόπεδο από αυτό μέσα στο οποίο βρίσκονται και κινούνται. Ενώ είναι πρόταση για τον κάθε αρχιτέκτονα χωριστά, δεν είναι συνολική, καθόσον μια συνολική πρόταση περιλαμβάνει και τον μετασχηματισμό της κοινωνίας, πράγμα που ξεφεύγει από τη θεωρητική τεκμηρίωση των υποκειμενικών επιλογών μιας μειοψηφίας. Η αντικομφορμιστική αρχιτεκτονική δεν εγκλείει μόνο την πολυπλοκότητα κάποιων κοινωνικών συνισταμένων αντιθέσεων, αλλά ειναι αναπόσπαστο κομμάτι τους.

Η περιορισμένη εξέγερση έχει τα όρια της. Κανείς αυτή τη στιγμή και κάτω από τις υπάρχουσες προυποθέσεις δεν μπορεί να μιλήσει για την κατάργηση της αρχιτεκτονικής, χωρίς αυτό να ισοδυναμεί με την απόσυρση, όπως δεν μπορεί να μιλήσει για μια γενικευμένη αντιτεχνοκρατική εξέγερση, χωρίς να θεωρείται αιθεροβάμονας. Είναι αναγκαίο το προχώρημα της σκέψης και της πρακτικής για να βρεθούν νέα κανάλια και πρακτικές. Σε μια παράφραση κάποιων λόγων του Μαρξ: Η κριτική της αρχιτεκτονικής έχει δρέψει τα φανταστικά λουλούδια από τις αλυσίδες της καθημερινότητας, όχι ώστε ο άνθρωπος να συνεχίσει να κουβαλάει αυτή την αλυσίδα χωρίς την φαντασία ή την παρηγοριά που του έδιναν τα ψεύτικα λουλούδια της, αλλά ώστε να την πετάξει και να δρέψει τα ζωντανά λουλούδια. Η κριτική της αρχιτεκτονικής θέλει να απαλλάξει τον άνθρωπο από τις φαντασιώσεις του, ώστε να μπορέσει να ενεργήσει και να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτόν του, σαν το μοναδικό αληθινό του ήλιο. Η αρχιτεκτονική είναι ο ψεύτικος ήλιος που περιστρέφεται γύρω από την καθημερινότητα του ανθρώπου, όσο αυτός δεν περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του.

Advertisements