Για την οικογένεια

Μια δύσκολη συζήτηση. Η συζήτηση για την οικογένεια ξεκινάει χωρίς βάσεις, χωρίς σταθερό έδαφος, χωρίς σύστημα και δομημένη ερμηνεία. Είναι μια συζήτηση που ξεκινάει από μια βαθιά ανάγκη, να φανταστούμε ένα είδος πολιτικής που να προσπερνά τη «γοητεία της κεντρικής πολιτικής σκηνής» και να κοιτάζει στη βάση της πραγματικής παραγωγής της ζωής. Να παρατηρεί, να κωδικοποιεί και να οργανώνει την καθημερινότητα, την προλεταριακή εμπειρία, το βίωμα της νεαρής εργατικής τάξης. Άλλωστε τα βιώματα μας είναι παραγωγικές δυνάμεις, και αν στα μάτια των αφεντικών είναι το αναγκαίο κακό που φορτώνεται στην εργατική δύναμη, για εμάς είναι η δύναμη που ασφυκτιά μέσα στα οκτάωρα της εργασίας, στην ουρά στον ΟΑΕΔ ή σε κάποια απογοητευτική συνέντευξη.

Παρακάτω, κάποια αποσπάσματα που μας φάνηκαν χρήσιμα,
έτσι για αρχή:

Fr. Engels, Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτήσιας και του κράτους, Κοροντζής, Δεκέμβριος 1997.

«Η πρώτη αντίθεση τάξεων που παρουσιάστηκε στην ιστορία, συμπίπτει με την ανάπτυξη του ανταγωνισμού μεταξύ άντρα και γυναίκας απ’ τη μονογαμία, κι η πρώτη ταξική καταπίεση, με την καταπίεση  του θυληκού γένους απ’ το αρσενικό. Η μονογαμία ήταν μια μεγάλη ιστορική πρόοδος, ταυτόχρονα όμως δίπλα στη δουλεία και την ατομική ιδιοκτησία, σημείωσε την έναρξη αυτής της εποχής που κράταει ως σήμερα, κι όπου κάθε πρόοδος αποτελεί ταυτόχρονα και μια σχετική οπισθοδρόμης, όπου η ευτυχία και η ανάπτυξη μερικών εξασφαλίζεται με τη δυστυχία και την καταπίεση των άλλων. Είναι η κυτταρική μορφή της πολιτισμένης κοινωνίας και μέσα της μπορούμε κιόλας να μελετήσουμε τη φύση των αντιθέσεων και των ανταγωνισμών που παίρνουν μέσα σ’αυτή την κοινωνία την πλήρη ανάπτυξη τους».

[…]

«Ο σεξουαλικός έρωτας δεν είναι και δεν μπορεί να είναι πραγματικός κανόνας στις σχέσεις με τη γυναίκα, παρά μόνο στις καταπιεζόμενες τάξεις, δηλαδή σήμερα στο προλεταριάτο- είτε ομολογούνται ελεύθερα οι σχέσεις αυτές είτε όχι. Άλλα καις στις περιπτώσεις αυτές, όλες οι βάσεις της κλασσικής μονογαμίας εξαφανίζονται. Λείπει από αυτές πρώτα η ιδιοκτησία, για τη διατήρηση της οποίας επιβλήθηκε ακριβώς η μοναγαμία και η κυριαρχία του άντρα, και λείπει κατά συνέπεια, και κάθε λόγος που επιβάλλει την αντρική υπεροχή. Εκτός από αυτό, λείπουν ακόμα και τα μέσα· το αστικό δίκαιο που προστατεύει την υπεροχή αυτήν, υπάρχει μόνο για τους πλούσιους και για τον κανονισμό των σχέσεων τους με τους προλετάριους […] Από τότε μάλιστα που η μεγάλη βιομηχανία έχει αποσπάσει τη γυναίκα από το σπίτι για να την ρίξει στην αγορά της εργασίας και στο εργοστάσιο, και πολύ συχνά να κάμει αυτή την προστάτρια για το σπίτι, έχουν αφαιρεθεί όλες οι βάσεις και από τα τελευταία υπολείμματα της αντρικής κυριαρχίας μέσα στα προλεταριακά σπίτια, εκτός αν θεωρήσουμε σαν τελευταίο λείψανο της  την κτηνωδία προς της γυναίκες που έχει επικρατήσει μαζί με την καθιέρωση της μονογαμίας.»

M. Horkheimer, Φιλοσοφία και κοινωνική κριτική, Ύψιλον, 1984.

«Ο προτεσταντισμός βοήθησε το υπό διαμόρφωση κοινωνικό σύστημα να εισαγάγει την αντίληψη με βάση την οποία η εργασία, το κέρδος, κι η δύναμη διάθεσης τους του κεφαλαίου αντικαθιστούν ως αυτοσκοποί την ιδέα μιας ζωής επικεντρωμένης στην αναζήτηση γης επίγειας ή επουράνιας ευτυχίας. Ο άνθρωπος δεν πρέπει να υποκλίνεται μπροστά στην εκκλησία, όπως συνέβαινε στον καθολικισμό, αλλά πρέπει να μάθει να σκύβει γενικά το κεφάλι, να υπακούει και να εργάζεται […] Αυτό που απατείται δεν είναι πια η άμεση υπακοή, αλλά αντίθετα η εφαρμογή του Λόγου […] Η υποταγή στην κατηγορική προσταγή του καθήκοντος ήταν από την αρχή βασικός στόχος της αστικής οικογένειας»

 

 

 

Παρακάτω δύο κείμενα για την οικογένεια από το περιοδικό Sarajevo.

Το πρώτο έχει τίτλο «Η οικογένεια (στην κρίση)» και είναι από το τεύχος 86 και το δεύτερο δημοσιεύθηκε στο τεύχος 56 του Sarajevo με τίτλο «ενάντια στην οικογένεια«.

η οικογένεια (στην κρίση)

Είναι μια εύκολη, κοινότοπη (και όπως θα δείξουμε πιο κάτω ρηχή) διαπίστωση της εποχής: η (ελληνική) οικογένεια είναι σημαντικό καταφύγιο για την κρίση…. αν δεν υπήρχε κι αυτή, τότε… Η μάλλον συνηθισμένη εξήγηση αυτής της βεβαιότητας αφορά την παροχή απ’ την “οικογένεια” (δηλαδή τους γονείς) στέγης, τροφής και προστασίας στα νεώτερα μέλη· νέωτερα μέλη που μπορεί να είναι 25, 30, 35 ή και 40 χρονών, και έχουν στριμωχτεί οικονομικά. Συνεπώς, και χωρίς να υποτιμάμε το θέμα, η καλοσύνη και η χρησιμότητα της ελληνικής οικογένειας, είναι άμεσα ή έμμεσα σαν πορτοφόλι. Όμως η οικογένεια δεν είναι μόνο (ή κυρίως) λεφτά. Και το οικογενειακό χρήμα είναι πολύ περισσότερα από απλά “λεφτά”.

η “γενιά καγκουρό” και το οικογενειακό parking

Πριν το ξέσπασμα της πιο πρόσφατης φάσης της κρίσης, στα μέσα της δεκαετίας του ‘00, οι κοινωνιολόγοι ή/και οι δημοσιογράφοι στην ευρώπη παρατηρούσαν τις πατημασιές μιας καινούργιας γενιάς που διατεινόταν ότι δεν μπορεί  – να – φύγει – απ’ – το – σπίτι επειδή δεν βρίσκει καλοπληρωμένες δουλειές. Ο τονισμός δικός μας:

Νέος με πολύχρονη θητεία στα θρανία αναζητεί (μάταια) εργασία με αμοιβή στοιχειωδώς αξιοπρεπή, ώστε να εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία προτού τριανταρίσει: δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην Ιταλία, την Ισπανία, τη Γαλλία… Στην πραγματικότητα, οι αναλυτές απορούν που οι νέοι σε όλες αυτές τις χώρες δεν εξεγείρονται περισσότερο.
Στην Ελλάδα είναι η γενιά των 700 ευρώ, στην Ιταλία η γενιά των 1000 ευρώ, στην Ισπανία ονομάζονται “χιλιάρηδες”, στη Γαλλία είναι η γενιά του CPE, του “Συμφώνου Πρώτης Πρόσληψης”… Γενιά καγκουρό: αυτό είναι το προσωνύμιο που τους δίνουν οι κοινωνιολόγοι. Διότι, παρά τα διπλώματά τους και τις πολυετείς σπουδές τους, καταλήγουν να μένουν με την μαμά και τον μπαμπά μέχρι να κλείσουν τα 30. Τα 27 είναι ο μέσος όρος αποχώρησης από την οικογενειακή εστία στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία, τα 30 έτη στην Ιταλία, όπου υπάρχει λαός ολόκληρος από bamboccioni, δηλαδή “μικρομέγαλους”… [1]

Θα ήταν φρόνιμο να δεχτούμε την φυσικότητα της εξίσωσης “έλλειψη καλών μισθών = μακρόχρονη συγκατοίκηση με την μαμά και τον μπαμπά”, και μάλιστα προ κρίσης – ε; Εκείνο το “διότι, παρά τα διπλώματά τους και τις πολυετείς σπουδές τους…” είναι αποκαλυπτικό, μέσ’ την κοινοτοπία του. Διότι “διπλώματα και πολυετείς σπουδές” σημαίνουν, 9,9 φορές στις 10, οικογενειακή επένδυση. Κι αφού η οικογενειακή επένδυση (στον γυιό ή/και στην κόρη, στην εκπαίδευση, στα πτυχία, στα τυπικά προσόντα τους) είναι τόσο μακρόχρονη και τόσο δαπανηρή, δεν υπάρχει καμία αντινομία μεταξύ της οικογενειακής θερμοκοιτίδας ΠΡΙΝ τα πτυχία και ΜΕΤΑ απ’ αυτά. Απλά, συνεχίζεται. Τα δυστυχήματα αφορούν την περιβόητη “αγορά εργασίας”· όχι την οικογένεια.
Τι θα έλεγαν, λοιπόν, στους έλληνες, στους ιταλούς, στους ισπανούς, και γενικά στους πρωτοκοσμικούς νέους και νέες οι συχνά μικρότεροί τους μετανάστες απ’ το αφγανιστάν, το πακιστάν, την σομαλία ή την σενεγάλη, περί οικογένειας; Να έλεγαν ότι άλλοι / ες κουρνιάζουν μέσα στον μάρσιπο (καθότι… κλπ) και άλλοι /ες εκσφενδονίζονται στις άκρες του κόσμου, μεταξύ άλλων και για να στηρίξουν (οικονομικά) αυτήν την ρημάδα την οικογένεια; Να έλεγαν οτι ο πρωτοκοσμικός μακρόχρονος ομφάλιος λώρος δεν είναι παναθρώπινο χαρακτηριστικό και, κυρίως, δεν δικαιολογείται με βάση την οικονομική ανάγκη; Να έλεγαν ότι αν δουλεύεις με λίγα (πέρα απ’ το να απαιτήσεις τα περισσότερα) δεν συνεπάγεται καθόλου ότι θα σε ταΐζει, θα σε ποτίζει, θα σε πλένει, θα σε σιδερώνει και θα σε κοιμίζει “η μαμά και ο μπαμπάς” αφού, δεν είναι δα και αδιανόητο, μπορείς να μείνεις στο νοίκι με την παρέα σου, έστω σε ελαφρό στριμωξίδι;
Ό,τι και να έλεγαν οι νεαροί μετανάστες και μετανάστριες στον πρώτο κόσμο περί ανάγκης, οικογένειας και των σχέσεων μεταξύ τους, δεν θα έπιανε τόπο: είναι λίγο ή πολύ απολίτιστοι. Εκείνο που εξηγεί τα πολλά, είναι πως η μακρόχρονη εκπαίδευση, η κατάκτηση τίτλων, διπλωμάτων κλπ. απ’ τους πρωτοκοσμικούς γιούς και κόρες, υπόσχεται (και σίγουρα υποσχόταν ως πριν από λίγα χρόνια) έναν επαγγελματικό βίο (κι άρα μια ζωή συνολικά) τακτοποιημένο,  χωρίς “πτώσεις”, χωρίς μεγάλα στριμώγματα· δηλαδή εξασφάλιση. Κι αυτή η ισχυρή ελπίδα της εξασφάλισης μαζί με την εξίσου ισχυρή πραγματικότητα της οικονομικής επένδυσης στην επιτυχία των υιών και των θυγατέρων (επένδυσης όχι μόνο οικονομικής, αλλά και συναισθηματικής) έκανε περίπου αυτονόητο ότι η οικογένεια θα παραμένει θερμοκοιτίδα έως ότου αυτή η (επαγγγελματική και όχι μόνο) εξασφάλιση επιτευχθεί πέρα από κάθε αμφιβολία.

Συνεπώς, πριν την κρίση, ίσως πολύ πριν, όχι μόνο η ελληνική αλλά πολλές άλλες εθνικές οικογένειες είχαν πάρει θέση μέσα ή δίπλα στην αγορά εργασίας. Όχι υποχρεωτικά σαν “καταφύγιο” δύσκολων καιρών, αλλά μάλλον σαν “ζεστό parking”. Κι αυτή η ιδέα, ίσως απ’ την δύναμη της αδράνειας, ίσως επειδή είναι βολική, προεκτάθηκε στον δημόσιο λόγο και μετά την πρόσφατη όξυνση της κρίσης. Παρά το γεγονός ότι οι πραγματικότητες είναι πολύ σκληρότερες απ’ αυτές που υπονοείται στην αφηρημένη ιδέα του οικογενειακού καταφυγίου.

βία

Παρά την σχετική μυθολογία δεν ήταν (και δεν θα μπορούσε να είναι) η μικρο-μεσοαστική οικογένεια των εποχών του νεο-νεο-πλουτισμού (απ’ τα ‘90s και μετά) το μέρος διαμόρφωσης κοινωνικών σχέσεων τέτοιων που να είναι προετοιμασμένες για – μεγάλα – ζόρια. Η πιο συνηθισμένη πραγματικότητα, εκεί όπου το χρήμα έγινε ο βασιλιάς, ήταν οι σχέσεις κυριαρχίας και υποτέλειας μέσα στην τυπική οικογένεια (δηλαδή οι σχέσεις των συζύγων με όρους φύλου· οι σχέσεις των “μεγάλων” με τους “μικρούς”· και οι σχέσεις των σε “παραγωγική ηλικία” με τους “απόμαχους”) να εκχρηματιστούν. Η ευκολία του να χατζηλικώνεις / χατζηλικώνεσαι, του να δωροδοκείς / δωροδοκείσαι, και μια γενική “ανεμελιά” θεμελιωμένη πάνω στην πεποίθηση του πλούτου, της περιουσίας, της καριέρας κλπ, έκανε (ουσιαστικά) ακόμα πιο απάνθρωπες τις σχέσεις (για τις οικογενειακές μιλάμε) που είχαν μεγάλη ιστορία τυρρανικότητας, συμβιβασμών, μικρών και μεγάλων ψεμμάτων. Η σχετική (και συχνά προσδοκώμενη) ευδαιμονία φιλελευθεροποίησε μεν ορισμένα παραδοσιακά ήθη και έθιμα· αλλά αυτός ο φιλελευθερισμός ήταν μάλλον αμοιβαίες εξαγορές (χρήμα αντί συναισθημάτων και συναισθήματα αντί χρημάτων) παρά οτιδήποτε άλλο.
Κατά συνέπεια, όταν η “ωραία ατμόσφαιρα” άρχισε να ζαρώνει ή και να εξατμίζεται, κι όταν οι αγωνίες, οι φόβοι και οι ανασφάλειες ξεμασκαρεύτηκαν και εγκαταστάθηκαν ωμά στην καθημερινότητα, δεν υπήρχαν ούτε τρόποι, ούτε know how, ούτε βάθος σχέσεων τέτοιο που να μπορεί να σηκώσει τα ζόρια. Η ένταση, η βία, και συχνά η εγκατάλειψη (των “μικρών” απ’ τους “ μεγάλους”ή/και των “μεγάλων” μεταξύ τους) άρχισε να φυτρώνει απ’ όλες τις ρωγμές.
Το παρακάτω είναι ένα μικρό ενδεικτικό απόσπασμα, αρκετά ειλικρινές:

“Η ζωή της οικογένειας μου ήταν απόλυτα ήρεμη και φυσιολογική όλα αυτά τα χρόνια. Ήμασταν χαρούμενοι στο σπίτι, λείπαμε πολλές ώρες βέβαια λόγω δουλειάς αλλά όταν βρισκόμασταν όλοι μαζί, φροντίζαμε να περνάμε πολύ χρόνο με τα παιδιά αλλά και μόνοι μας. Είχαμε βρει τη χρυσή συνταγή. Όταν πριν 1,5 χρόνο ο σύζυγος μου έχασε τη δουλειά του ήρθαν τα πάνω κάτω. Στην αρχή ήταν αισιόδοξος ότι θα ξαναβρεί γρήγορα δουλειά λόγω των προσόντων του και όλα θα γίνουν όπως πριν. Όμως ο καιρός πέρασε και όλες οι πόρτες που χτύπαγε ήταν κλειστές. Η καλή του πίστη αντικαταστάθηκε από την απογοήτευση και τον εκνευρισμό, που σταδιακά μετατράπηκε σε θυμό και οργή, που δεν άργησε να ξεσπάσει πάνω μου. Άρχισε να μου φωνάζει και να χρησιμοποιεί υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς κάθε φορά που προσπαθούσα να τον παρηγορήσω και να του δώσω κουράγιο. Έχει κλειστεί εντελώς στον εαυτό του. Κάποιες φορές με σπρώχνει και κινείται απειλητικά προς το μέρος μου. Έχω αρχίσει να φοβάμαι τις αντιδράσεις του, τόσο για μένα αλλά κυρίως για τα παιδιά. Έχω απελπιστεί και φοβάμαι πως τίποτα δεν θα αλλάξει από δω και πέρα”.

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς το πως πολλές πλευρές των διανθρώπινων σχέσεων “κινούνται πίσω απ’ την πλάτη” των ίδιων ενδιαφερόμενων. Όταν η απόλυση – απ’ – τη – δουλειά εσωτερικεύεται σαν προσωπική αποτυχία, είναι επειδή νωρίτερα η δουλειά – και – οι – προοπτικές – της είχαν εσωτερικευτεί / επενδυθεί σαν μεγάλη προσωπική επιτυχία. Όταν η ανεργία εσωτερικεύεται σαν (κοινωνική) απόρριψη, είναι επειδή νωρίτερα η καλοπληρωμένη δουλειά είχε εσωτερικευτεί σαν σπουδαία (κοινωνική) αναγνώριση. Όταν η ατομική οικονομική δυσπραγία / πτώση εκδηλώνεται σαν ζηλόφθονος θυμός, και μάλιστα στους πιο κοντινούς, είναι επειδή νωρίτερα η οικονομική επιτυχία εκδηλωνόταν σαν “υπεροχή” και “ανωτερότητα χαρακτήρα”. Όταν η απογοήτευση γίνεται θυμός προς τον διπλανό είναι επειδή νωρίτερα η επαγγελματική επιτυχία ήταν έως και αφροδισιακή. Κι όταν αυτός που νοιώθει “αποτυχημένος” προσπαθεί (με λεκτική ή και με φυσική βία) να υποτιμήσει την γυναίκα δίπλα του, είναι επειδή νωρίτερα η “επιτυχία” του (οικονομική απ’ την αρχή ως το τέλος) ήταν ο κρίσιμος έως ο μοναδικός όρος εκείνου που ο ίδιος απολάμβανε σαν δική του ανατίμηση… Χάνοντας αυτό το χαρτί προσπαθεί να κρατηθεί κατεβάζοντας την άλλη χαμηλότερα, και  στρέφεται στα “παραδοσιακά” μέσα: την έμφυλη βία.
Κι έτσι, εκεί που πριν βασίλευε μια επίκτητη και, κυρίως, στηριγμένη στο χρήμα ευφορία, γεννιούνται θύτες και θύματα, σ’ ένα λίγο ως πολύ τυφλό κουβάρι εντάσεων και αδιεξόδων. Κατά την ταπεινή μας γνώμη δεν υπάρχει τίποτα “ψυχολογικό”. Απ’ την αρχή ως το τέλος (και η “αρχή” είναι πολύ πριν τους κακούς καιρούς) όλα είναι κοινωνικά. Πρότυπα, ελπίδες, βεβαιότητες· και τα ανάποδα. Όταν “πιστεύεις” στα μεν, θα χαντακωθείς απ’ την απώλειά τους. Αυτό έχει όνομα: αλλοτρίωση.

κοινωνική αναπαραγωγή

Θα έλεγε κανείς ότι όταν οι κοινωνικές σχέσεις στο σύνολό τους (ερωτικές, οικογενειακές, φιλικές) συγκροτούνται σαν σχέσεις “ήπιων ανταγωνισμών” (ή και άγριων…) ανάμεσα στα Εγώ και στις εγωπάθειες, στη φάση του εκχρηματισμού και της όποιας κοινωνικής κίνησης “προς τα πάνω”, είναι σχεδόν αδύνατο αυτά τα υποκείμενα να πέσουν ομαλά, χωρίς να τσακιστούν ή/και να τσακίσουν τους γύρω τους. Η οικογένεια, στο βαθμό που ήταν πολύ περισσότερο μια “στενή οικονομική διαδικασία” χρηματικών, συναισθηματικών, σεξουαλικών και συμβολικών ανταλλαγών και πολύ λιγότερο ένα πεδίο άσκησης αξιών χρήσης, δεν έγινε, και δεν θα μπορούσε να γίνει “καταφύγιο”. Έγινε και γίνεται υποχρεωτικά υποδοχέας των εκπτώσεων· ακόμα και parking “τρακαρισμένων” οχημάτων. Αλλά αυτό, σε γενικές, γραμμές, αυξάνει την ένταση· δεν την μειώνει.
Αντίστοιχη είναι η λειτουργία της οικογένειας σε ότι αφορά τα “έξοδα κοινωνικής αναπαραγωγής”: φαγητό, ύπνο, καθαριότητα, υγιεινή, ντύσιμο, κλπ. Είναι κοινότοπο, αλλά μια τραγικά βίαιη αλήθεια. Στη θέση του ελεύθερου μισθωτού, εκείνου / εκείνης δηλαδή που διαπραγματευόμενος / η την τιμή του “εμπορεύματος εργατική δύναμη” που διαθέτει, μπορεί να ζήσει αυτοτελώς, η ακόμα πιο σκληρή υποτίμηση της εργασίας δημιουργεί μια τεράστια μάζα ενήλικων ανθρώπων που είναι οικονομικά εξαρτημένοι (απ’ την οικογένεια) ακόμα κι αν δουλεύουν. Η υποχρεωτική συγκατοίκηση με τους γονείς (και μάλιστα για μισθωτούς που νωρίτερα είχαν στήσει για χρόνια την καθημερινή ζωή τους μακριά απ’ το “παιδικό δωμάτιό” τους) είναι μια μορφή αυτής της εξάρτησης. Που κουβαλάει, αναπόφευκτα, και συναισθηματικές τριβές. Ή η επ’ αόριστον αναβολή μης οικονομικά, χωροτακτικά και συναισθηματικά ανεξάρτητης απ’ τους γονείς ζωής (για τους νεώτερους / νεώτερες) ενισχύει γενικευμένες τάσεις που προϋπήρχαν (“γενιά καγκουρώ”)· τον ανομολόγητο παλιμπαιδισμό και την ψυχοσυναισθηματική ανωριμότητα, που με την σειρά τους παράγουν άλλα προβλήματα σχέσεων.

Τα αφεντικά, βέβαια, αξιοποιούν στο μέγιστο δυνατό βαθμό αυτές τις καταστάσεις. Εάν “προσφέρονται” μαζικά “θέσεις εργασίας” των 400, των 300, ή και των 0 ευρώ το μήνα, είναι επειδή τα αφεντικά ξέρουν πως την “διαφορά” κάποιοι, κάπως την καλύπτουν, μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει, με όποιο ζόρι. Είναι αυτό που απ’ το 2010 ονομάζεται “λίπος”. Οι ελληνικές οικογένειες έχουν “λίπος” (κάποια είδη “συσσώρευσης” απ’ τις καλές εποχές…), είναι δηλαδή αρκούδες, που ακόμα κι αν πέσουν σε χειμέρια νάρκη την βγάζουν… Αντίστροφα όμως – κι αυτό είναι ο υπολογισμός των αφεντικών που είναι πολύ fitness, ειδικά όταν σκέφτονται την κερδοφορία τους – τα καθημερινά έξοδα που έχουν τα εργατικά αρκουδάκια (άσχετα από ηλικία) που πρέπει να καλύψουν δουλεύοντας με τον μισθό που παίρνουν, δεν είναι μεγάλα· λένε τα αφεντικά. Τα εργατικά αρκουδάκια ας συνεχίσουν να θηλάζουν· αν μας επιτρέπεται μια τέτοια παρομοίωση…

 το “καταφύγιο” σαν οικονομική μονάδα

Είναι τόσο μεγάλη η χαρά των αφεντικών που η οικογένεια γίνεται ο υπομονετικός υποδοχέας κάθε συναισθηματικής, ηθικής και ψυχολογικής υποτίμησης, το “απο μέσα πανούκλα” της πετυχημένης διαχείρισης της κρίσης / μαζικής υποτίμησης της εργασίας, ώστε στις οικονομετρικές αναλύσεις και μετρήσεις τους, έχουν εγκαταλείψει προ πολλού την φιγούρα του ατόμου μισθωτού. Τώρα στο κέντρο βρίσκεται το “οικογενειακό εισόδημα”, σα να λέμε το πως την βγάζετε ανά σπίτι, ακόμα κι αν τρώτε ο ένας τα συκώτια του άλλου.
Μήπως έγινε η urban οικογένεια εργασιακή, παραγωγική ενότητα όπως ήταν κάποτε η αγροτική οικογένεια; Όχι. Τα αφεντικά, μοιάζουν να οπισθοδρομούν απ’ το μοντέλο της γενικευμένης φυσικής εμπορευματοποίησης των πάντων, αφού πλέον δεν μπορούν να κουκουλώσουν την υποτίμηση της εργασίας και την μείωση των μισθών με “δάνεια για όλο το λαό”, σπρώχνοντας τμήματα της διευρυμένης κοινωνικής αναπαραγωγής πίσω στους τοίχους των διαμερισμάτων. Στο σπίτι. Κι αν η “μαμά” δυσκολεύεται να ξαναγίνει “καθαρίστρια, μαγείρισσα” και τα υπόλοιπα, ίσως τα καταφέρει καλύτερα η “γιαγιά”. Κυρίως όμως μπορεί να καταφέρει (και καταφέρνει) πολλά ο κυβερνοχώρος, σε ότι αφορά αυτό που έχει ονομαστεί κοινωνικότητα, διασκέδαση, ακόμα και ερωτικές σχέσεις. Το internet (για όσους έχουν βαρεθεί ή ξεπεράσει την tv) είναι ο τέλειος μεσολαβητής αυτού του μέρους της κοινωνικής αναπαραγωγής, και επιπλέον είναι πάμφτηνος και οικιακός. Δεν έχετε έξοδα για βιβλία ή μουσικές (λένε τ’ αφεντικά)· ασχοληθείτε μ’ ότι βρείτε στις οθόνες σας. Δεν έχετε έξοδα για βόλτες, γνωριμίες, παρέες, έρωτες, δώρα (λένε τ’ αφεντικά)· αυτο-ικανοποιηθείτε όπως μπορείτε μπροστά στις οθόνες σας. Δεν έχετε έξοδα για εκδρομές, ταξίδια, διακοπές (λένε τ’ αφεντικά)· χαζέψτε ό,τι βρείτε στις οθόνες σας. Ε, δεν είναι και τόσο χάλια να την βγάζεις “μέσα”! Κι αφού μπορείτε να γλυτώσετε τόσα έξοδα, σιγά μην και σαν πληρώνουμε ανθρώπινους μισθούς (λένε και κάνουν τ’ αφεντικά) [2].

Η ανακατασκευή της οικογένειας, σε συνθήκες postmodern καπιταλισμού και Αλλαγής Παραδείγματος, σαν βασικής οικονομικής μονάδας, συγκροτούμενης από ένα μέρος “φυσικών, παραδοσιακών” σχέσεων / μεσολαβήσεων (και των αντίστοιχων εντάσεων) και από ένα μέρος “ηλεκτρονικών, ψηφιακών” σχέσεων / μεσολαβήσεων (με τους καινούργιους ακρωτηριασμούς), δεν αποτελεί καθαρή πολιτιστική οπισθοχώρηση, που σαν τέτοια θα ήταν αδύνατη. Συνιστά ένα σπουδαίο (σε όφελος, για τα αφεντικά) “πάντρεμα” ανάμεσα σε οπισθοδρομήσεις και προωθήσεις σε βασικά στοιχεία του Νέου Παραδείγματος. Αρκεί να προσθέσει κανείς το (κατ’ οίκον) ηλεκτρονικό εμπόριο (δεν χρειάζεται να βγεις στην φυσική αγορά, ψωνίζεις ιντερνετικά και παραλαμβάνεις στην εξώπορτα), και την εν δυνάμει ηλεκτρονική εκπαίδευση, για να έχει μια σχετικά ολοκληρωμένη ιδέα για το πως το “νέο οικογενειακό περιβάλλον” είναι δυνατόν να χωρέσει περισσότερα απ’ την κοινωνική αναπαραγωγή, χωρίς απ’ την άλλη μεριά να καταστρέφεται κάθε εμπορευματοποίησή της.
Κι αν προστεθεί και η κατ’ οίκον ηλεκτρονική εργασία, τότε…

η κρίση σαν βάση μετασχηματισμών

Μετά απ’ αυτά θα ήταν αφελές να αντιμετωπίζει κανείς την οικογένεια σαν σωσίβιο. Υπάρχει, σε εξέλιξη, μέσα στην κρίση και την διαχείρισή της, μια πολλαπλότητα διαδικασιών, που ξεκινούν απ’ την ανανέωση της όποιας οικογενειακής καταπίεσης και την ενίσχυση των εντάσεων και της ενδοοικογενειακής βίας, και φτάνουν ως τον εμπλουτισμό, την διεύρυνση και την εντατικοποίηση της οικιακής έδρασης των ηλεκτρονικών / ψηφιακών μεσολαβήσεων. Θα μπορούσαμε μάλιστα να ισχυριστούμε ότι το δεύτερο (τμήμα του Νέου Παραδείγματος) μπορεί να λειτουργεί και καταπραϋντικά σε σχέση με το πρώτο: αν κάποιος καταφέρνει να “χάνεται” στον κυβερνοχώρο, είναι πολύ ευκολότερο να γλυτώνει απ’ την οικογενειακή γκρίνια, να υποβαθμίζει ή και να καταργεί την (επιβεβλημένη) οικογενειακή συνάφεια και τις τριβές της.
Τέτοιου είδους μίξεις ανάμεσα σε οπισθοδρομήσεις σε “παλιές” (από ιστορική άποψη) καταστάσεις και ταυτόχρονα σε κατακτήσεις περιοχών του Νέου καπιταλιστικού παραδείγματος, που μπορούν να εντοπιστούν και σε άλλες κοινωνικές περιοχές (π.χ.: εργασιακές σχέσεις του τέλους του 19ου αιώνα για high tech εργασιακά αντικείμενα), έχουν, πέρα απ’ την στενά εννοημένη οικονομική διάσταση,  διάφορες (κακές) συναισθηματικές και ψυχολογικές συνέπειες. Υπάρχει βία όταν αναγκάζεται κανείς να “γυρίσει στους δικούς του” επειδή πληρώνεται σκατά λεφτά δουλεύοντας, ακόμα κι αν δεν υπάρχουν ενδοοικογενειακές εντάσεις. Υπάρχει βία εάν θέλει να ζήσει μια στοιχειωδώς ανεξάρτητη ζωή αλλά δεν μπορεί επειδή είναι άνεργος. Όπως υπάρχει βία όταν αναγκάζεται κανείς να σκοτώνει την ώρα του στο internet, χωρίς να το έχει διαλέξει, για να μην αναγκαστεί να την σκοτώνει στην τηλεόραση, ξερνώντας.
Το ζήτημα (πολιτικό λέμε) είναι πως αντί αυτή η βία να εντοπιστεί και να αναλυθεί στην πραγματικότητά της, έτσι ώστε να αντιμετωπιστεί και να απαντηθεί, εσωτερικεύεται. Η εσωτερίκευση είναι το λάδι για τη λειτουργία των μηχανών του συστήματος· είναι, όμως, ταυτόχρονα μια διαδικασία αυτοκαταστροφής. Κάποιοι αναρωτιούνται (;) που είναι τα σύγχρονα στρατόπεδα εξόντωσης… Θα χρειαζόταν τόλμη και καθαρό μυαλό για να εντοπιστούν και στα οικογενειακά διαμερίσματα. Στο κάτω κάτω, εκτός απ’ τον “φυσικό” θάνατο, υπάρχει και ο ηθικός, συναισθηματικός, ψυχολογικός θάνατος· που δεν πρέπει να προσπερνιέται επειδή είναι “αναίμακτος”…

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 – Από την εισήγηση νέες εργατικές φιγούρες, μητροπολιτικά συμβούλια αυτόνομων, Τετάρτη 2 Μάρτη 2011, Αθήνα.
2 – Φυσικά υπάρχουν και διάφορες “εναλλακτικές” ευκαιρίες, για το ένα ή το άλλο….

ενάντια στην οικογένεια

Μπορεί να φαίνεται αναχρονιστικό να στραφεί κανείς σήμερα ενάντια στην οικογένεια – κατηγορώντας την για ένα καινούργιο (;) είδος αλλοτρίωσης. Η μέση μικροαστική ή μεσοαστική οικογένεια δεν είναι (ή δεν φαίνεται) τυρρανική όπως πριν λίγες μονάχα δεκαετίες, την εποχή του ακμαίου πουριτανισμού – έτσι δεν είναι; Το περιβόητο “χάσμα των γενεών”, μια κοινοτυπία των ‘60s και ‘70s, μοιάζει αρχαιολογία: τα απείθαρχα “παιδιά” εκείνων των καιρών μεγάλωσαν, έκαναν οικογένεια και παιδιά, και δεν είναι (σα γονείς) καθόλου τυρρανικοί – έτσι δεν είναι; “Το αντίθετο ακριβώς” θα έλεγε κανείς…. Έτσι ώστε αντί για “χάσμα” να πρέπει να μιλάμε τώρα για “εξάρτηση των γενεών” – των  γυιών και των θυγατέρων απ’ τους γονείς, και των γονιών (με τον δικό τους τρόπο) απ’ τα παιδιά τους.
Δεν είναι γλυκειά αυτή η εξάρτηση; Δεν είναι “καλό πράγμα”; Δεν είναι καλύτερη η εξάρτηση απ’ το “χάσμα”; Πολλά είναι που πρέπει να ανακαλυφθούν και να πολεμηθούν εδώ, μόλις αρχίσει κανείς να αναγνωρίζει ότι το μεν “χάσμα” βοήθησε (όσους και όσες το έζησαν απ’ την μεριά της νέας (τότε) γενιάς) στη συγκρότηση εαυτών· η δε οικογενειακή εξάρτηση δρα ανάποδα, καθηλώνοντας τόσο τους “μεγάλους” όσο και τους “μικρούς” σε ευτελείς, και τελικά αυτοκαταστροφικούς ρόλους. Ιδιαίτερα καταστροφικούς για τους / τις νεώτερους / νεώτερες.

Εντοπίσαμε κάπου (δεν έχει σημασία που, τα λεγόμενα είναι εξαιρετικά ακριβή) τις πιο κάτω παραγράφους. Αν εξαιρέσει κανείς τα ονόματα των οργανισμών, τα υπόλοιπα είναι παράξενα οικεία για την ελληνική κοινωνία και την ελληνική οικογένεια. Κι όμως. Αφορούν κάτι πολύ μακρινό στο χάρτη. Όχι όμως και στην καπιταλιστική “εξέλιξη”.

… Μέλη της διοίκησης των πανεπιστημίων παραπονούνται για το εντεινόμενο πρόβλημα των γονέων που έχουν βαλθεί να ελέγξουν τη ζωή των παιδιών τους – συμπληρώνοντας τις αιτήσεις τους για να εισαχθούν στις σχολές, ενοχλώντας τηλεφωνικά την υπηρεσία εγκρίσεων, βοηθώντας τα να γράψουν εργασίες, παραμένοντας τη νύχτα στους φοιτητικούς ξενώνες. Ορισμένοι γονείς μάλιστα τηλεφωνούν σε πανεπιστημιακούς υπεύθυνους ζητώντας τους να φροντίσουν για το πρωϊνό ξύπνημα των παιδιών τους. “Οι γονείς των σπουδαστών είναι εκτός ελέγχου” λέει η Μάιριλι Τζόουνς, επικεφαλής εγκρίσεων του ΜΙΤ, η οποία έχει αναλάβει την αποστολή να προτρέπει τους αγχωμένους γονείς να αποσυρθούν.

“Το δικαίωμα που αισθάνονται ότι έχουν ως καταναλωτές, μαζί με την αδυναμία να αποκολληθούν από τα παιδιά τους, κάνει ορισμένους γονείς να θέλουν να διαχειριστούν κάθε πλευρά της φοιτητικής ζωής των παιδιών τους – από την επιδίωξη εισαγωγής μέχρι την επιλογή κορμού μαθημάτων. Τέτοιοι γονείς, αν και αποτελούν εξαίρεση, δεν παύουν να είναι μια όλο και πιο αισθητή πραγματικότητα για διδάσκοντες, κοσμήτορες και προέδρους”.
Η μανία των γονέων να διαπλάσουν και να κατευθύνουν την ακαδημαϊκή σταδιοδρομία των παιδιών τους έχει ενταθεί την τελευταία δεκαετία, καθώς οι εκπρόσωποι της πρώτης μεταπολεμικής γενικάς (baby boomers), συνηθισμένοι να έχουν τον έλεγχο, ετοιμάζονται να στείλουν τα παιδιά τους στο πανεπιστήμιο. Μια γενιά πριν από την σημερινή, λίγοι μαθητές λυκείου έμπαιναν στον κόπο να προετοιμαστούν για το τεστ μαθητικών δυνατοτήτων SAT (Scholastic Aptitude Test). Σήμερα οι γονείς ξοδεύουν μεγάλα ποσά σε φροντιστήρια προετοιμασίας για το SAT, δασκάλους, βιβλία και λογισμικό για τα παιδιά τους που προορίζονται για το πανεπιστήμιο, κάνοντας έτσι την προετοιμασία για τις εξετάσεις μια βιομηχανία των 2,5 δισ. δολαρίων. Από το 1992 μέχρι το 2001, η Kaplan, μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες στον τομέα της προετοιμασίας για εξετάσεις, είδε τα ακαθάριστα έσοδά της να αυξάνονται κατά 225%.

Τα φροντιστήρια προετοιμασίας για το SAT δεν είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο οι αγχωμένοι εύποροι προσπαθούν να λουστράρουν και να πακετάρουν τους προοριζόμενους για πανεπιστήμιο γόνους τους. Ψυχολόγοι της εκπαίδευσης αναφέρουν ότι όλο και περισσότεροι γονείς επιδιώκουν να διαγνωστεί ότι τα γυμνασιόπαιδά τους έχουν “μαθησιακές δυσικολίες”, με μόνο σκοπό να τους δοθεί επιπλέον χρόνος κατά τις εξετάσεις. Αυτή η “αγορά διαγνώσεων” πυροδοτήθηκε, καθώς φαίνεται, από την ανακοίνωση των Εξεταστικών Συμβουλίων (College Board) το 2002 ότι θα έπαυαν να βάζουν αστερίσκο δίπλα στη βαθμολογία των μαθητών λόγω μαθησιακής δυσκολίας. Οι γονείς σκάνε μέχρι και 2.400 δολάρια για μια αξιολόγηση και 250 δολάρια την ώρα για έναν ψυχολόγο που θα καταθέσει για λογαριασμό του μαθητή στο γυμνάσιο ή στην Υπηρεσία Εκαπιδευτικών Εξετάσεων (Educational Testing Service), η οποία διεξάγει το SAT. Αν ένας ψυχολόγος δεν προβεί στην επιθυμητή διάγνωση, πηγαίνουν την υπόθεσή τους σε άλλον.

Ο ξέφρενος ανταγωνισμός ακόμα και για την προσχολική ένταξη συγκέντρωσε το φως των προβολέων πριν από λίγα χρόνια, με την ιστορία του Τζακ Γκρούμπμαν, αναλυτή μετοχών στη Wall Street. Αυτός ισχυρίστηκε σ’ ένα mail ότι έδωσε υψηλότερη εκτίμηση για την μετοχή της ΑΤ&Τ προκειμένου να κερδίσει την εύνοια του αφεντικού του, ο οποίος θα μεσολαβούσε για να γίνουν δεκτές οι δύο ετών δίδυμες κόρες του Γκρούμπμαν σ’ ένα νηπιαγωγείο περιωπής στην 92η οδό της Ν. Υόρκης…

Οι παρατηρήσεις αυτές αφορούν το ζήτημα της οικογενειακής εξάρτησης με το φως να πέφτει στους (αμερικάνους) γονείς. Δεν πρέπει να αμφιβάλλει όμως κανείς ότι οι αποβάσεις τους στην καθημερινότητα των παιδιών τους όταν αυτά έχουν κλείσει ήδη τα 18 διευκολύνεται τα μέγιστα απ’ την ανάποδη εξάρτηση, των “μικρών” απ’ τους “μεγάλους”. Κι ας μην βιαστούμε να αποδώσουμε αυτά τα συμμετρικά κεφαλοκλειδώματα σε οικονομικούς παράγοντες, στο γεγονός δηλαδή ότι η οικογένεια χρηματοδοτεί στις σπουδές. Συμβαίνει κι αυτό· αλλά όχι μόνο αυτό. Η “υπερπροστασία των παιδιών” που για τις συντηρητικές οικογένειες των πρώτων δεκαετιών μετά τον Β παγκόσμιο σήμαινε μια μεγάλη λίστα απαγορεύσεων, άλλαξε μετά τις δεκαετίες του ‘70 και του ‘80 περιεχόμενο· όχι όμως και αποτελεσματικότητα. Κάτω απ’ τις φτερούγες των οικογενειακών παροχών (ανάμικτων με έναν αέρα “φιλελευθερισμού”), κάτω απ’ τις οδηγίες διαφορετικού τύπου επενδύσεων των “μεγάλων” πάνω στους “μικρούς”, διαμορφώνονται και πάλι προσωπικότητες ελλειματικές, συναισθηματικά ασταθείς και με σταθερή ροπή στην εξάρτηση.
Μία απ’ τις μεγαλύτερες επενδύσεις που κάνει η γενιά που πρωτοστάτησε στο “χάσμα των γενεών” μόλις αναλάβει την ευθύνη των παιδιών της, είναι η αποφυγή του πόνου. Οποιουδήποτε πόνου – σωματικού ή συναισθηματικού: το σύγχρονο δόγμα του “σωστού γονιού” περιλαμβάνει οπωσδήποτε στην πρώτη θέση το καθήκον να “μην στεναχωριούνται” και να “μην υποφέρουν” τα παιδιά. Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για την απεριόριστη ευτυχία που οφείλει μια “σωστή οικογένεια” στα νεότερα μέλη της· και δεν θα ήταν δύσκολο να βρει ύστερα τις αναλογίες αυτής της προτροπής με τα σύγχρονα καπιταλιστικά προτάγματα, και τους φετιχισμούς του εμπορεύματος. Ίσως όμως τα πράγματα να είναι λίγο πιο σύνθετα. Εάν, για παράδειγμα, μέσα στη λίστα των αντιθέσεων που αφορούσαν το “χάσμα των γενεών” περιλαμβανόταν και η άσκηση διάφορων μορφών βίας, σωματικής ή/και ψυχοσυναισθηματικής, για πειθαρχικούς, απαγορευτικούς και τιμωρητικούς λόγους, απ’ τους (παλιούς) μεγάλους στους (τότε) μικρούς, είναι εύλογο το γιατί όταν εκείνοι οι “μικροί” άρχισαν να γίνονται “μεγάλοι” εκτοξεύτηκαν στην ακριβώς αντίθετη θέση σε ότι αφορά τα γονεϊκά τους καθήκοντα. Η καινούργια υπερπροστασία πήρε λοιπόν την μορφή μιας μόνιμης άλλοτε ορατής και άλλοτε αόρατης θερμοκοιτίδας, έτσι ώστε να μην υπάρχει καμία “στεναχώρια”, κανένας πόνος. Το καθαρά φετιχιστικό του ζητήματος είναι η επιπλοποιία αυτής της θερμοκοιτίδας: κάθε δυνατή γονική παροχή, εμπράγματη, απ’ την ηλικία των μηδέν μηνών, έτσι ώστε να διατηρηθεί ο “ψυχικός κόσμος” των παιδιών ατσαλάκωτος… Εν τέλει, η χαρτογράφηση της ενδο-οικογενειακής βίας και ο κατάλογος των ανάλογων νομικών απαγορεύσεων (μαζί με τα “δικαιώματα των παιδιών”) έγινε (ειδικά στις καπιταλιστικές κοινωνίες όπου υπήρξαν σημαντικά κινήματα) εξαιρετικά λεπτομερής. Για να θυμίζει ότι το κράτος είναι φίλος της “ελευθερίας” και της “ολοκληρωμένης προσωπικότητας”.

Ενόσω η κριτική απ’ τα μέσα τόσο την ενδο-οικογενειακή βία όσο και στους τιμωρητικούς, απαγορευτικούς και κατακτητικούς προσανατολισμούς μόνο σαν κοινωνική κατάκτηση μπορεί να θεωρηθεί, υπήρξαν άλλα παρεμφερή ζητήματα εξίσου μεγάλης σημασίας που έμειναν στην άκρη. Για παράδειγμα, από που προκύπτει το ιδεώδες ότι η ανθρώπινη ζωή και οι ανθρώπινες σχέσεις είναι, μπορεί να είναι, ή πρέπει να είναι μια μόνιμη και ατελειώτη παράσταση / αφήγηση “ευτυχίας”; Κι ακόμα περισσότερο: από που προκύπτει η βεβαιότητα ότι η ζωή χωρίς πόνο και στεναχώριες είναι πράγματι ζωή που αξίζει να την ζει κανείς; Από πουθενά. Η χριστιανική προβολή (και παγίδα) της “μετα θάνατον ζωής χαρισάμενης” (για τους αναμάρτητους) κατέβηκε όμορφα και γλυκά στα εγκόσμια – εφόσον οι χαρές της ζωής μπορούσαν (και μπορούν) να αγοραστούν. Αλλά στο manual της καθημερινής “ζωής χαρισάμενης”, είτε αυτή είναι γονεϊκό καθήκον και παροχές είτε είναι, αργότερα, ωμός ενήλικος εγωκεντρισμός, οι περισσότερες ιδέες και προτροπές είναι σκέτα ψέματα. Δεν μπορείς να μάθεις την χαρά άμα δεν μάθεις την λύπη (και το αντίστροφο). Και δεν μπορείς να απολαύσεις την εξαιρετικότητα της χαράς εάν δεν υποστείς την κοινοτοπία της λύπης.
Αυτές οι αλήθειες εξορίστηκαν απ’ τον καπιταλιστικό κόσμο, ειδικά απ’ την φάση της ουσιαστικής υπαγωγής των κοινωνικών σχέσεων στο κεφάλαιο και μετά – δηλαδή τα τελευταία 40 χρόνια. Η συμβολή της γενιάς “του χάσματος” έχει σχετική αξία επ’ αυτού. Στην πραγματικότητα εξυπηρέτησε κι αυτή, ατομικά και σα σύνολο, και μέσα απ’ τις “νέες οικογενειακές σχέσεις” που έστησε στον αντίποδα (όπως νόμιζε) των “παλιών οικογενειακών σχέσεων”, το ίδιο είδωλο αιώνιας ευτυχίας που υπηρετούσε γενικά. Το είδωλο που κυριάρχησε μέσω της γενίκευσης των εμπορευματικών φετιχισμών.
Φυσικά η οικογενειακή υπερπροστασία και η γενική μεσολάβηση των παροχών και των εγγυήσεων δεν παρήγαγε καμία “ευτυχία”. Παρήγαγε άλλα πράγματα. Πρώτον, την συναισθηματική καθήλωση των “μικρών” (ακόμα και όταν δεν ήταν / είναι πια καθόλου “μικροί”) σ’ ένα είδος νηπιακότητας. Δεύτερον, την θωράκιση “μεγάλων” και “μικρών” μ’ αυτό το είδος αδιαφορίας / ακηδίας που βρίσκει πολύ βολικότερη την φιλοζωΐα απ’ την διανθρώπινη αλληλεγγύη, ειδικά μεταξύ αγνώστων. Τρίτον, την μόνιμη ροπή στις εμπράγματες μεσολαβήσεις οποιουδήποτε είδους. Απ’ τα τρέχοντα εμπορεύματα μαζικής χρήσης μέχρι τις ντρόγκες. Και, τέταρτο αλλά όχι ασήμαντο, την γενίκευση των ψυχολογικών προβλημάτων. Το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος αυτών των τελευταίων (που έχουν δημιουργήσει μια εξαιρετικά ανθηρή αγορά “ειδικών”, “διαγνώσεων” και “θεραπειών”) δεν είναι τίποτα περισσότερο από εκδηλώσεις του εντελώς ακατέργαστου, ανώριμου και γενικά άγνωστου ψυχισμού και συναισθηματισμού ανθρώπων που έχουν μεγαλώσει σε κλουβιά. Δεν εννοούμε τα διαμερίσματα αλλά τις συναισθηματικές / διανοητικές θερμοκοιτίδες κάθε οικογένειας που “προσέχει” (δηλαδή: επενδύει) στα παιδιά της.

Αν η χειραφέτηση απ’ την παλιά πουριτανική και κατασταλτική (των επιθυμητικών ροών) οικογένεια ήταν μια δύσκολη υπόθεση, με αρκετή συναισθηματική ένταση, είχε τουλάχιστον αυτό το πλεονέκτημα: μπορούσε να εξελιχθεί, σαν χειραφέτηση, σαν φυγή ακόμα καλύτερα, με τρόπους συγκεκριμένους, απέναντι σε εμπόδια και απαγορεύσεις επίσης συγκεκριμένες. Η χειραφέτηση απ’ την καινούργια (με την έννοια της τρέχουσας) υπερπροστασία / καθήλωση είναι δυσκολότερη απ’ αυτήν την άποψη. Οι καθόλου απαγορεύσεις, οι διευκολύνσεις, οι παροχές, το οικογενειακό “ενδιαφέρον”, έχουν μετασχηματίσει τον αντίπαλο. Στη θέση του δεσποτικού πατέρα / αφέντη (και στη θέση της τυρρανικής / τυρρανισμένης μάνας) έχει μπει το γονεϊκό οικονομικό και ψυχοσυνασθηματικό ATM, απ’ όπου οι διαρκείς αναλήψεις δεν φαίνεται να δημιουργούν κανένα πρόβλημα. Η παρατήρηση, για παράδειγμα, ότι τα κινητά τηλέφωνα έγιναν ο μακρύτερος ομφάλιος λώρος στην ιστορία του είδους μας, είναι εξαιρετικά ακριβής… Αλλά ποιός / ποιά απ’ τις νεώτερες ηλικίες αντιμετωπίζει αυτό (και αυτό!) σαν εχθρό;
Κι ωστόσο τα προβλήματα δημιουργούνται – ακόμα κι αν οι ενδιαφερόμενοι επιμένουν να μην τα εννοούν έτσι. Μπορεί να έχουν την γραφικότητα του αμερικάνικου αποσπάσματος που αντιγράψαμε στην αρχή, μπορεί να έχουν όμως και μεγαλύτερη, αν και υπόγεια, δραματικότητα. Οι μικροί πρίγκηπες και οι μικρές πριγκήπισσες των οικογενειών, οι γυιοί και οι κόρες δηλαδή, παραείναι ατσαλάκωτοι όχι μόνο για να “αντιμετωπίσουν” αλλά συχνά ακόμα και να εννοήσουν τον κόσμο έξω απ’ τις θερμοκοιτίδες. Ειδικά εάν δεν τους μοιάζει. Η αδιαφορία και η υπόγεια (ή όχι και τόσο υπόγεια) απόρριψη / άρνηση απέναντι στα δύσκολα (άλλοτε συναισθηματικής και άλλοτε ηθικής υφής) είναι η πιο συνηθισμένη μορφή αυτο-θωράκισης. Και αντίστροφα, η ευκολία του “παραμυθιάσματος”, που συνήθως καταλήγει σε γκρεμοτσακίσματα, είναι η πιο συνηθισμένη εκδήλωση της κακά εννοούμενης ευπιστίας. Της ευπιστίας που οφείλεται στην άγνοια, όχι μόνο του Άλλου αλλά και του πολυχαϊδεμένου Εαυτού. Το τίμημα αυτών (που δεν αναγνωρίζονται σαν σοβαρά προβλήματα) είναι η καλπάζουσα ψυχρότητα και η εξαπλούμενη μοναξιά.

Δεν το αναφέρουμε σαν παράδειγμα, αλλά σαν μια διαφορετική “οικο-νομία” του πόνου, της στεναχώριας, της θλίψης – αυτών των δυσάρεστων πλην αναπόσπαστων πλευρών της ζωής. Άλλες κοινωνίες (που η δυτική “πατρική” ονόμασε καταχρηστικά και υποτιμητικά κοινωνίες της σκληρότητας) είχαν βαθιά επίγνωση της σημασίας που έχει για την ωριμότητα και την συναισθηματική και ηθική ισορροπία των μελών της η συνάφεια και η αυτοεκπαίδευση στα μεγάλα ζόρια. Τοποθετούσαν γι’ αυτό, σε επιλεγμένη χρονική στιγμή μέσα στη γραμμική εξέλιξη του μεγαλώματος αγοριών και κοριτσιών, διαστήματα σοβαρών πρακτικών δυσκολιών – “δοκιμασιών”. Συχνά αυτές οι πρακτικές περιστρέφονταν γύρω απ’ το υποχρεωτικό διώξιμο απ’ την κοινότητα (και τις εγγύησεις της), όχι ατομικό αλλά συλλογικό διώξιμο· μια διαχείριση του είδους βγάλτε τα πέρα μόνοι σας, “έξω και μακριά” απ’ αυτά που μάθατε ως τώρα, χωρίς καμία βοήθεια απ’ τους “μεγάλους”. Το σοφό του πράγματος ήταν ότι αντί να εξορίσουν (αυτές οι κοινωνίες) τις δυσκολίες και τους κινδύνους της ζωής, εξόριζαν τα νεαρά τους μέλη για αρκετό διάστημα (ένα ή δύο χρόνια) σ’ αυτές τις δυσκολίες κι αυτούς τους κινδύνους, έτσι ώστε να κατακτήσουν στην πράξη τα εφόδια της ενηλικίωσής τους. Γιατί έτσι πήγαινε το πράγμα: ενήλικοι κρίνονταν εκείνοι που επέστρεφαν απ’ τις κακουχίες.
Θα πει κάποιος ότι αυτά συνέβαιναν σε κοινωνίες αγροτικές ή πολεμικές. Όχι ακριβώς – συνέβαιναν και σε αστικές (με την έννοια του “άστεος”), αλλά δεν έχει σημασία να επιμείνουμε. Στις τωρινές καπιταλιστικές κοινωνίες η “παιδικότητα” θεωρείται υψηλή αξία. Και, με την εξαίρεση ενός κοντέρ που γράφει αδυσώπητα (και, τελικά, καταθλιπτικά) χρόνια ζωής που μετριούνται από κάποια ληξιαρχική πράξη γέννησης, η παιδικότητα (κι άρα η αίγλη της οικογενειακής θερμοκοιτίδας) προεκτείνεται επ’ αόριστον. Το εκπαιδευτικό σύστημα παίζει κρίσιμο ρόλο σ’ αυτήν την προέκταση, αφού η διαφορά της Γ λυκείου απ’ την Α πανεπιστημίου είναι συμβολική – και πάντως δεν αφορά με τίποτα εξάσκηση σε οποιοδήποτε άλλο ζόρι πέρα από εκείνο που βαραίνει τις γενιές απ’ τα έξι τους χρόνια: διάβασμα / εξέταση / απόδοση. Μ’ αυτή τη μέθοδο, όπου το μέτρο της ενηλικίωσης είναι, τελικά, το ίδιο μέτρο των πάντων, δηλαδή το χρήμα, κατασκευάζεται διαρκώς ένα εσωτερικευμένο (και εξωτερικεύσιμο) δίπολο στην καθημερινή ζωή. Απ’ την μια η ανώριμη δειλία, η δειλία του ρηχού συναισθηματισμού, των φανερών ή λανθανουσών φοβιών· και απ’ την άλλη το εξίσου ανώριμο θράσος, το θράσος του τραμπουκισμού, της επιθετικότητας που νομιμοποιείται σαν αυτο-δικαίωση.

Θα χρειαζόταν ένα καινούργιο χάσμα. Όχι των ηλικιών αυτή τη φορά, όχι κατ’ αρχήν τέτοιο. Θα χρειαζόταν η βαθιά αντιπαλότητα απέναντι στα ροζ συννεφάκια της μόνιμης και διαρκούς “ευτυχίας”, απ’ όπου κι αν προέρχονται. Την οικογένεια ή οτιδήποτε άλλο. Με ή χωρίς καπιταλιστικούς φετιχισμούς, αλλά ακόμα περισσότερο υπό την ηγεμονία τους, η ζωή, οι σχέσεις των ζωντανών, μπορούν να είναι εύκολες μόνο επειδή μπορούν να είναι και εξαιρετικά δύσκολες. Μπορούν να είναι τρυφερές μόνο επειδή μπορούν να είναι (και συμβαίνει να είναι) σκληρές. Δεν είναι η ζωή ένα μεσημεριανό τραπέζι όπου ο καθένας διαλέγει να φάει μόνο ό,τι τον συμβουλεύει το γούστο του. Το πρώτο πράγμα που παθαίνει όποιος νομίζει ότι προορίζεται ή δικαιούται μόνο τα “καλά”, είναι ότι αυτά χάνουν την όποια αξία τους. Το προηγούμενο και το επόμενο που παθαίνει είναι ότι χάνει οποιαδήποτε αίσθηση της πραγματικότητας. Και δεν είναι καθόλου μα καθόλου εύκολο (και πάντως δεν είναι τελικά χωρίς πόνο) το δόγμα ότι άμα η πραγματικότητα είναι ζόρικη αλλάζουμε πραγματικότητα.
Όπως η σπορτίβ έτσι και η τουριστική αντίληψη για την ζωή έχει κάποια στιγμή πανάκριβο εισιτήριο.

Advertisements