Walter Benjamin Η ΖΩΗ ΤΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ (1914-15)

Θέση Πέμπτη: «Η αυθεντική εικόνα του παρελθόντος γλιστρά φευγαλέα. Το παρελθόν μπορεί να συλληφθεί μόνο σαν εικόνα που αστράφτει την στιγμή ακριβώς της αναγνώρισης της και μετά χάνεται μια για πάντα. «Η αλήθεια δεν θα μας ξεφύγει» – το σχόλιο αυτό του Gottfried Keller εντοπίζει με ακρίβεια το σημείο τομής του ιστορικού υλισμού από την ιστορική εικόνα του ιστορικισμού. Γιατί κάθε εικόνα του παρελθόντος που δεν αναγνωρίζεται από το παρόν αναφορικά με αυτό, απειλεί να εξαφανιστεί αμετάκλητα.».

Ακόμα και με ένα χυδαία αντικειμενικό τρόπο να μετράμε τις εποχές, έχει πέρασει κάτι περισσότερο από έναν αιώνα, από τότε που ο νέος τότε Walter Benjamin έγραφε το παρακάτω κείμενο. Είναι η βαρβαρότητα του 1ου Π.Π. πολέμου και οι μιλιταριστές φοιτητές πρόγονοι των S.S. είναι η απειλητική δυνατότητα του ιστορικού φασισμού που η ευαισθησία του Benjamin μπορούσε να εντοπίσει ακόμα και μέσα στις χειρονομίες της φοιτητικής αθωότητας. Η έρημος βάθαινε- και συνεχίζει να βαθαίνει. Πρέπει να διαβάσουμε τις παρακάτω λέξεις με έναν τρόπο που μας αφορά, «γιατί κάθε εικόνα του παρελθόντος που δεν αναγνωρίζεται από το παρόν αναφορικά με αυτό, απειλεί να εξαφανιστεί αμετάκλητα». Να διαβάσουμε αναγνωρίζοντας πως είναι περισσότερο επίκαιρο απο πότε, να εντοπίσουμε τον σύγχρονο φασισμό, σαν ουσία και σαν πολιτική θέση, ξανά, μέσα στις αθώες καθημερινές χειρονομίες των φοιτητών, μέσα σε ένα πόλεμο που ήδη συμβαίνει. Το έχουμε ξαναπεί, ισχύει και είναι (και) αστείο: «όταν η μαρμελάδα βγάλει δόντια θα είναι ήδη στα στομάχια μας»..benjamin_1_0

Walter Benjamin Η Ζωή των Φοιτητών (1914-15)

Εισαγωγικό Σηµείωµα της Ελληνικής Μετάφρασης: Το κείµενο πoυ ακολουθεί γράφτηκε από τον Βάλτερ Μπένγιαµιν το 1914-15 και δηµοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Der neue Merkur το 1915. Μεταφράστηκε στα αγγλικά από τον Rodney Livingstone και αναδηµοσιεύτηκε στη συλλογή κειµένων µε τίτλο Walter Benjamin, Selected Writings Volume 1, 1913-1926 (Belknap Press of Harvard University Press, Cambridge, MA: 1996).

H ελληνική µετάφραση έγινε από τα αγγλικά.

Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι Σεπτέµβρης 2009

Υπάρχει µια αντίληψη της ιστορίας που εναποθέτει την πίστη της στο άπειρο εύρος του χρόνου και, εποµένως, ενδιαφέρεται µονάχα για την ταχύτητα – ή για την έλλειψη ταχύτητας – µε την οποία οι άνθρωποι και οι εποχές προχωράνε στο µονοπάτι της προόδου. Αυτή η αντίληψη αντιστοιχεί σε µια ορισµένη έλλειψη συνοχής και αυστηρότητας ως προς τις απαιτήσεις που θέτει στο παρόν. Αντίθετα, οι ακόλουθες παρατηρήσεις σκιαγραφούν µια ιδιαίτερη συνθήκη όπου η ιστορία εµφανίζεται συµπυκνωµένη σε ένα µόνο επίκεντρο σηµείο, όπως εκείνα που υπάρχουν παραδοσιακά στις ουτοπικές εικόνες των φιλοσόφων. Τα στοιχεία της έσχατης κατάστασης δεν εκδηλώνονται ως άµορφες προοδευτικές τάσεις αλλά είναι βαθιά ριζωµένα σε κάθε παρόν µε τη µορφή των πλέον απειλούµενων, αποφλοιωµένων και γελοιοποιηµένων ιδεών και προϊόντων της δηµιουργικής σκέψης. Το καθήκον του ιστορικού είναι να αποκαλύψει αυτή την εµµενή κατάσταση τελειότητας και να την καταστήσει απόλυτη, να την καταστήσει ορατή και κυρίαρχη στο παρόν. Αυτή η συνθήκη δεν µπορεί να γίνει κατανοητή µε όρους µιας πραγµατιστικής περιγραφής των λεπτοµερειών (ιστορία των θεσµών, των εθίµων κ.ο.κ.) στην πραγµατικότητα, διαφεύγει αυτών των λεπτοµερειών. Αντίθετα, το καθήκον είναι να γίνει αντιληπτή η µεταφυσική δοµή αυτής της συνθήκης – όπως συµβαίνει µε τη µεσσιανική σφαίρα ή µε την ιδέα της Γαλλικής Επανάστασης. Αξίζει τον κόπο να περιγραφεί η σηµερινή σηµασία των φοιτητών και του πανεπιστηµίου, η σηµασία της µορφής που έχει η παρούσα ύπαρξή τους, µόνο εφόσον κατανοηθούν ως µια µεταφορά, ως εικόνα της υψηλότερης µεταφυσικής κατάστασης της ιστορίας. Μόνο τότε αυτή η κατάσταση θα γίνει κατανοητή και εφικτή.

Μια τέτοια περιγραφή δεν αποτελεί ένα κάλεσµα στα όπλα ούτε ένα µανιφέστο και τα δύο αυτά είναι εξίσου µάταια. Αλλά ρίχνει φως στην κρίση που, µέχρι σήµερα, παραµένει θαµµένη στη φύση των πραγµάτων. Αυτή η κρίση θα οδηγήσει στην αποφασιστική λύση που θα συνεπάρει τους λιπόψυχους και στην οποία θα ενδώσουν οι γενναιόκαρδοι. Ο µόνος τρόπος να πραγµατευθεί κανείς την ιστορική σηµασία των φοιτητών και του πανεπιστηµίου είναι να εστιάσει στο σύστηµα συνολικά. Εφόσον απουσιάζουν οι προϋποθέσεις γι’ αυτό, η µόνη δυνατότητα είναι να απελευθερωθεί το µέλλον από τις παραµορφώσεις του στο παρόν µέσω µιας πράξης επίγνωσης. Αυτό πρέπει να είναι το αποκλειστικό έργο της κριτικής.

Το ζήτηµα που πρέπει να αντιµετωπιστεί αφορά τη συνειδητή ενότητα της φοιτητικής ζωής. Αυτό είναι το σηµείο αφετηρίας, διότι δεν έχει νόηµα να γίνεται διάκριση µεταξύ ιδιαίτερων προβληµάτων – της επιστήµης, της ηθικής ή της πολιτικής – εφόσον κάποιος στερείται συνολικά το θάρρος να ενδώσει. Αυτό που διακρίνει τη φοιτητική ζωή είναι το ακριβώς αντίθετο: είναι η θέληση της υποβολής σε µια αρχή, της πλήρους ταύτισης µε µια ιδέα. Η έννοια της “επιστήµης” ή της ακαδηµαϊκής πειθαρχίας χρησιµεύει κυρίως για να συγκαλύψει µια βαθιά ριζωµένη, αστική αδιαφορία. Η αξιολόγηση της φοιτητικής ζωής µε κριτήριο αυτή την επιστήµη δε συνεπάγεται αναγκαστικά κάποιο είδος πανλογισµού η διανοουµενισµού – σύµφωνα µε µια συνήθη ανησυχία – αλλά είναι µια δικαιολογηµένη κριτική, καθώς η επιστήµη είναι αυτή που συνήθως επικαλείται κανείς ως προπύργιο ενάντια σε “αλλότριες” απαιτήσεις. Εποµένως, ασχολούµαστε εδώ µε την εσωτερική ενότητα και όχι µε µια εξωτερική κριτική. Και η απάντησή µας είναι ότι, για την τεράστια πλειονότητα των φοιτητών, οι ακαδηµαϊκές σπουδές δεν είναι τίποτα παραπάνω από επαγγελµατική κατάρτιση.

Καθώς “οι ακαδηµαϊκές σπουδές δεν έχουν καµία σχέση µε τη ζωή”, πρέπει να αποτελούν τον αποκλειστικό παράγοντα που καθορίζει τη ζωή εκείνων που ακολουθούν αυτές τις σπουδές. Οι αθώα υποκριτικές επιφυλάξεις που έχουν οι άνθρωποι σχετικά µε 3 την επιστήµη συνδέονται µε την προσδοκία ότι οι ακαδηµαϊκές σπουδές πρέπει να οδηγήσουν σε ένα επάγγελµα. Η ακαδηµαϊκή µόρφωση, ωστόσο, αντί να οδηγεί αναπόδραστα σε κάποιο επάγγελµα µπορεί στην πραγµατικότητα να το αποκλείει, διότι δε σου επιτρέπει να την εγκαταλείψεις. Κατά κάποιο τρόπο, υποχρεώνει το φοιτητή να γίνει ένας δάσκαλος αλλά να µην ενστερνιστεί ποτέ το επίσηµο επάγγελµα του γιατρού, του δικηγόρου ή του πανεπιστηµιακού καθηγητή. ∆εν ωφελεί να αποκαλούνται κέντρα µάθησης τα ιδρύµατα που παρέχουν τίτλους, προσόντα και άλλες προϋποθέσεις για τη ζωή ή για κάποιο επάγγελµα. Η αντίρρηση ότι το σηµερινό κράτος δεν µπορεί να παράγει µε διαφορετικό τρόπο τους γιατρούς, τους δικηγόρους και τους καθηγητές που έχει ανάγκη είναι άσχετη. Καταδεικνύει απλώς το µέγεθος του έργου που εµπεριέχεται στη δηµιουργία µιας κοινότητας µάθησης, σε αντίθεση µε ένα σώµα στελεχών και ανθρώπων που διαθέτουν ακαδηµαϊκά προσόντα. ∆είχνει απλώς σε πόσο µεγάλο βαθµό η ανάπτυξη των επαγγελµατικών διατάξεων έχει αναγκάσει (µέσω της συσσωρευµένης γνώσης και της ειδίκευσης) τους σύγχρονους επιστηµονικούς κλάδους να εγκαταλείψουν την αρχική τους ενότητα ως προς την ιδέα της γνώσης, µια ενότητα που, στα µάτια τους, έχει µετατραπεί πλέον σε µυστήριο – αν όχι σε αποκύηµα της φαντασίας.

Οποιοσδήποτε αποδέχεται το σύγχρονο κράτος ως δεδοµένο και πιστεύει ότι τα πάντα πρέπει να υπηρετούν την ανάπτυξή του θα αναγκαστεί να απορρίψει αυτές τις ιδέες. Μπορεί κανείς να ελπίζει µονάχα ότι ένας τέτοιος άνθρωπος δε θα απευθύνει στο κράτος την έκκληση να προστατεύσει και να υποστηρίξει τη “µάθηση”. ∆ιότι το πραγµατικό σηµάδι της παρακµής δεν είναι η σύµπραξη ανάµεσα στο πανεπιστήµιο και το κράτος (η οποία σε καµία περίπτωση δεν είναι ασύµβατη µε µια γνήσια βαρβαρότητα) αλλά η θεωρία και η εγγύηση της ακαδηµαϊκής ελευθερίας, όταν στην πραγµατικότητα οι άνθρωποι αποδέχονται εκ προοιµίου µε κτηνώδη αφέλεια ότι ο σκοπός της σπουδής είναι να προσανατολίσει τους µαθητές της σε µια κοινωνικά εννοηµένη ατοµικότητα και σε µια υπηρεσία προς το κράτος. Καµία ανοχή στις γνώµες και τις διδασκαλίες – οσοδήποτε ελεύθερες κι αν είναι αυτές – δεν µπορεί να είναι επωφελής εφόσον δεν υπάρχει η εγγύηση για µια µορφή ζωής την οποία συνεπάγονται αυτές οι ιδέες – και αυτό δεν ισχύει λιγότερο για τις ελεύθερες ιδέες απ’ ό,τι για τις απόλυτες εφόσον οι άνθρωποι µπορούν να αρνούνται το τεράστιο χάσµα που υπάρχει ανάµεσα στις ιδέες και τη ζωή τονίζοντας τη σύνδεση ανάµεσα στα πανεπιστήµια και το κράτος.

Είναι παραπλανητικό να δηµιουργεί κανείς προσδοκίες στο άτοµο εφόσον η εκπλήρωση αυτών των προσδοκιών αναιρεί το πνεύµα που συνδέει αυτά τα άτοµα, ενώ το µόνο αξιοπρόσεκτο ή ακόµα και εκπληκτικό σηµείο που πρέπει να τονιστεί εδώ είναι ο βαθµός στον οποίο τα ιδρύµατα ανώτερης µόρφωσης χαρακτηρίζονται από ένα γιγαντιαίο κρυφτούλι όπου οι φοιτητές και οι καθηγητές – καθένας µε τη δική του ενοποιηµένη ταυτότητα – συνωθούνται και προσπερνούν ο ένας τον άλλον χωρίς καν να κοιτάζονται. Οι φοιτητές είναι πάντα κατώτεροι από τους καθηγητές επειδή δεν έχουν κανένα επίσηµο κύρος, ενώ το νοµικό καθεστώς του πανεπιστηµίου – που υποστασιοποιείται στον υπουργό εκπαίδευσης, ο οποίος διορίζεται από τον ανώτατο άρχοντα και όχι από το πανεπιστήµιο – αποτελεί µια ελάχιστα συγκαλυµµένη συµµαχία ανάµεσα στις ακαδηµαϊκές αρχές και το κράτος πάνω από τα κεφάλια των φοιτητών (ή, σε κάποιες σπάνιες και καλοδεχούµενες περιπτώσεις, πάνω και από τα κεφάλια των καθηγητών).

H άκριτη και ασπόνδυλη συναίνεση σε αυτή την κατάσταση αποτελεί βασικό γνώρισµα της φοιτητικής ζωής. Είναι αλήθεια ότι οι λεγόµενες ανεξάρτητες φοιτητικές οργανώσεις [Freie Studentenschaft][i] – καθώς επίσης και άλλες οργανώσεις που ανήκουν στη µία ή την άλλη κοινωνική τάση – έχουν προσπαθήσει να επιλύσουν αυτό το πρόβληµα. Ωστόσο, σε τελευταία ανάλυση η απάντησή τους βασίζεται στην πλήρη ενσωµάτωση των ακαδηµαϊκών θεσµών στις αστικές συνθήκες, δείχνοντας έτσι µε τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι οι φοιτητές σήµερα ως κοινότητα είναι ανίκανοι ακόµα και να διατυπώσουν το ζήτηµα που αφορά το ρόλο της µάθησης ή να κατανοήσουν τις άρρηκτες διακηρύξεις της µάθησης ενάντια στις απαιτήσεις της εποχής για κατάρτιση. Είναι απαραίτητο να ασκηθεί κριτική στις ανεξάρτητες φοιτητικές οργανώσεις και στις ιδέες εκείνων που τις περιβάλλουν, διότι αυτή η κριτική θα ρίξει φως στη χαοτική αντίληψη που έχουν για την ακαδηµαϊκή ζωή. Για το σκοπό αυτό, θα παραθέσω ένα απόσπασµα από µια οµιλία που έδωσα σε φοιτητικό κοινό µε την ελπίδα να συµβάλω σε ένα µεταρρυθµιστικό κίνηµα.

Υπάρχει ένα πολύ απλό και αξιόπιστο κριτήριο µέσω του οποίου µπορεί να εξεταστεί η πνευµατική αξία µιας κοινότητας. Αρκεί κανείς να ρωτήσει: Επιτρέπει αυτή η κοινότητα να εκφραστούν όλες οι προσπάθειες ενός ατόµου; Είναι το ανθρώπινο ον συνολικά δεσµευµένο και απαραίτητο σε αυτή την κοινότητα; Ή µήπως η κοινότητα είναι εξίσου περιττή για κάθε άτοµο όσο περιττό είναι και το κάθε άτοµο για την κοινότητα; Είναι πολύ εύκολο να τεθούν και να απαντηθούν αυτά τα ερωτήµατα σε σχέση µε τις σηµερινές µορφές της κοινωνικής κοινότητας. Και η απάντηση έχει αποφασιστική σηµασία. Κάθε άνθρωπος που πετυχαίνει αγωνίζεται για την ολότητα, και η αξία της επιτυχίας του έγκειται σε αυτή την ολότητα – δηλαδή στο γεγονός ότι η συνολική, αδιαίρετη φύση ενός ανθρώπινου όντος θα πρέπει να εκφράζεται στην επιτυχία του. Αλλά όταν καθορίζεται από την κοινωνία µας, όπως συµβαίνει σήµερα, η επιτυχία δεν εκφράζει µια ολότητα είναι εντελώς κατακερµατισµένη και παράγωγη. Η κοινότητα είναι συνήθως ο τόπος όπου διεξάγεται ένας συντονισµένος και συγκαλυµµένος αγώνας ενάντια σε υψηλότερες επιθυµίες και ενάντια σε πιο προσωπικούς στόχους, ενώ επισκιάζεται η βαθύτερα οργανική ατοµική ανάπτυξη. Η κοινωνικά σηµαντική επιτυχία του µέσου ανθρώπου χρησιµεύει στις περισσότερες περιπτώσεις για να καταστείλει τις αυθεντικές και πρωτογενείς, εσωτερικές επιθυµίες του ανθρώπινου όντος.

Μιλάµε εδώ για ακαδηµαϊκά καταρτισµένους ανθρώπους οι οποίοι έχουν – για επαγγελµατικούς λόγους – κάποιο είδος εσωτερικού δεσµού µε τους πνευµατικούς αγώνες και µε τις σκεπτικιστικές ή κριτικές στάσεις των φοιτητών. Αυτοί οι άνθρωποι οικειοποιούνται ένα περιβάλλον που είναι απολύτως ξένο προς τον εαυτό τους και το καθιστούν τόπο εργασίας τους σε αυτόν τον αποµακρυσµένο τόπο ενσαρκώνουν µια περιορισµένη δραστηριότητα, και το σύνολο αυτής της εργασίας θεµελιώνεται στην υποτιθέµενη χρησιµότητά της για µια κοινωνία η οποία γίνεται συχνά αντιληπτή µε αφηρηµένο τρόπο. ∆εν υπάρχει καµία εσωτερική ή αυθεντική σχέση ανάµεσα στην πνευµατική ύπαρξη ενός φοιτητή και – για παράδειγµα – στο ενδιαφέρον του για την ευηµερία των παιδιών των εργατών ή ακόµα για τους υπόλοιπους φοιτητές. Καµία σχέση, δηλαδή, εκτός από µια αντίληψη καθήκοντος που δε συνδέεται µε τη δική του εσωτερική εργασία. Πρόκειται για µια αντίληψη που βασίζεται σε µια µηχανική αντίθεση: από τη µια πλευρά, είναι υπότροφος από την άλλη, διενεργεί το κοινωνικό του καθήκον. Η αντίληψη του καθήκοντος εδώ είναι υπολογισµένη, δευτερογενής 6 και διαστρεβλωµένη δεν απορρέει από την ίδια τη φύση της εργασίας. Αυτή η αίσθηση του καθήκοντος δεν ικανοποιείται υποφέροντας για χάρη της αλήθειας, υποµένοντας όλες τις αµφιβολίες ενός ειλικρινούς ερευνητή ή µέσω ενός συνόλου πεποιθήσεων που συνδέονται µε µια αυθεντική πνευµατική ζωή. Αντίθετα, αυτή η αίσθηση του καθήκοντος γίνεται αντιληπτή µε όρους ενός ακατέργαστου, επιφανειακού δυισµού – όπως εκείνου ανάµεσα στα ιδεώδη και τον υλισµό ή ανάµεσα στην θεωρία και την πρακτική. Με δυο λόγια, όλη αυτή η κοινωνικά σηµαντική εργασία δεν αντιπροσωπεύει µια αυξηµένη ηθική ένταση αλλά µονάχα την άτολµη αντίδραση της πνευµατικής ζωής.

Ωστόσο, η βαθύτερη και σηµαντικότερη ένσταση δεν είναι ότι αυτή η κοινωνικά σηµαντική εργασία αφήνεται απλώς µετέωρη να αντιτίθεται αφηρηµένα στις πραγµατικές δραστηριότητες του φοιτητή και, εποµένως, αποτελεί µια ακραία και παντελώς αξιοκατάκριτη µορφή σχετικισµού που είναι ανίκανη για οποιαδήποτε πραγµατική σύνθεση και άρα προσπαθεί δειλά και αγωνιωδώς να διασφαλίσει ότι κάθε πνευµατική δραστηριότητα συνοδεύεται από µια σωµατική δραστηριότητα, ότι κάθε διανοητική δέσµευση συνοδεύεται από το αντίθετό της. Ο αποφασιστικός παράγοντας, εποµένως, δεν είναι ότι αυτή η κοινωνικά σηµαντική εργασία είναι απλώς µια κενή, άσκοπη επιθυµία να είναι κανείς “χρήσιµος”. Η κριτική που έχει πραγµατικά αποφασιστική σηµασία είναι ότι – παρόλα όσα αναφέρθηκαν – αυτή η εργασία διεκδικεί τη χειρονοµία της αγάπης, εκεί όπου υπάρχει µονάχα το µηχανικό καθήκον. Αυτό το καθήκον συχνά δεν είναι παρά µια παρέκκλιση από το στόχο, µια διαφυγή από τις συνέπειες της κριτικής, πνευµατικής ύπαρξης στην οποία είναι δεσµευµένοι οι φοιτητές. ∆ιότι, στην πραγµατικότητα, ένας φοιτητής ορίζεται ως τέτοιος επειδή τα προβλήµατα της πνευµατικής ζωής βρίσκονται πιο κοντά στην καρδιά του από την πρακτική της κοινωνικής ευηµερίας.

Τέλος – και αυτό είναι ένα αλάθευτο σηµάδι – αυτή η κοινωνικά σηµαντική φοιτητική δραστηριότητα δεν πετυχαίνει να επαναστατικοποιήσει την αντίληψη και την αξία αυτής της κοινωνικής εργασίας εν γένει. Για τον κοινό νου, αυτή η εργασία εξακολουθεί να εµφανίζεται ως ένα περίεργο µίγµα καθήκοντος και φιλανθρωπίας εκ µέρους του ατόµου. Οι φοιτητές δεν έχουν κατορθώσει να αποδείξουν την πνευµατική αναγκαιότητα αυτής της εργασίας και, γι’ αυτόν το λόγο, δεν έχουν κατορθώσει ποτέ να εδραιώσουν µια πραγµατικά σοβαρή κοινότητα στη βάση της – εν αντιθέσει προς µια κοινότητα η οποία συνέχεται µέσω του καθήκοντος και του ίδιου συµφέροντος. Το Τολστοϊκό πνεύµα, το οποίο αποκάλυψε το τεράστιο χάσµα ανάµεσα στην αστική και την προλεταριακή ύπαρξη η αντίληψη ότι η υπηρεσία για λογαριασµό των φτωχών είναι το καθήκον της ανθρωπότητας και όχι µια δραστηριότητα για τον ελεύθερο χρόνο των φοιτητών – αυτή η αντίληψη απηύθυνε µια ξεκάθαρη έκκληση: καθολική δέσµευση ή τίποτα. Το Τολστοϊκό πνεύµα, το οποίο αναπτύχθηκε στη σκέψη των πιο βαθιά αφοσιωµένων αναρχικών ή στα Χριστιανικά µοναστικά τάγµατα, αυτή η πραγµατικά σοβαρή αίσθηση της κοινωνικής εργασίας που δε χρειαζόταν καµιά παιδιάστικη προσπάθεια για να συµπάσχει µε την ψυχή των εργατών ή του λαού – αυτό το πνεύµα απέτυχε να αναπτυχθεί στις φοιτητικές κοινότητες. Η προσπάθεια να µετατραπεί η ακαδηµαϊκή κοινότητα σε οργανισµό υπέρ της κοινωνικής ευηµερίας απέτυχε εξαιτίας της αφηρηµένης φύσης του αντικειµένου της, καθώς επίσης επειδή οι φοιτητές στερούνταν οποιασδήποτε εσωτερικής σύνδεσης µε αυτή την προσπάθεια. Η γενική βούληση δεν µπορούσε να εκφραστεί επειδή η βούληση στο εσωτερικό αυτής της κοινότητας δεν µπορούσε να κατευθυνθεί προς την ολότητα.

Η συµπτωµατική σηµασία αυτών των προσπαθειών εκ µέρους των ανεξάρτητων φοιτητών – συµπεριλαµβανοµένων των Χριστιανοσοσιαλιστών και πολλών άλλων – είναι ότι, στην προσπάθειά τους να αποδείξουν τη χρησιµότητά τους για το κράτος και για τη ζωή, επανενεργοποιούν στο µικρόκοσµο του πανεπιστηµίου την ίδια εκείνη σύγκρουση που παρατηρήσαµε στη σχέση του πανεπιστηµίου µε το κράτος. Κατέκτησαν ένα άσυλο στο πανεπιστήµιο για όλα σχεδόν τα είδη εγωισµών και αλτρουισµών, για κάθε αυτονόητο τρόπο ύπαρξης στον πραγµατικό κόσµο. Μονάχα η ριζική αµφιβολία, η θεµελιώδης κριτική και το πιο σηµαντικό απ’ όλα – η ζωή που θα ήταν πρόθυµη να αφοσιωθεί στην αναδόµηση – αποκλείονται. Αυτό που βλέπουµε εδώ δεν είναι το προοδευτικό πνεύµα των ανεξάρτητων φοιτητών σε αντιπαράθεση µε την αντιδραστική εξουσία των αντιµαχόµενων αδελφοτήτων. Όπως προσπαθήσαµε να δείξουµε εδώ – και όπως µπορούµε να δούµε από την οµοιοµορφία και την παθητικότητα των πανεπιστηµίων συνολικά – οι ανεξάρτητοι φοιτητές απέχουν πολύ από την κατοχή µιας καλά επεξεργασµένης πνευµατικής στρατηγικής. Η φωνή τους δεν έχει ακουστεί για κανένα από τα ζητήµατα που αναδείχθηκαν εδώ. Η αναποφασιστικότητά τους έχει ως συνέπεια να µην ακούγονται. Η αντιπολίτευσή τους ακολουθεί τον οµαλό δρόµο της φιλελεύθερης 8 πολιτικής οι κοινωνικές αρχές τους δεν έχουν αναπτυχθεί πέρα από το επίπεδο του φιλελεύθερου τύπου. Οι ανεξάρτητοι φοιτητές δεν έχουν σκεφτεί το πρόβληµα του πανεπιστηµίου και, για το λόγο αυτό, αποτελεί γι’ αυτούς µια πικρή ιστορική δικαίωση ότι, σε επίσηµες περιστάσεις, οι αντιµαχόµενες αδελφότητες – οι οποίες στο παρελθόν είχαν όντως βιώσει και αντιµετωπίσει το πρόβληµα της ακαδηµαϊκής κοινότητας – εµφανίζονται τώρα ως ανάξιοι εκπρόσωποι της φοιτητικής παράδοσης. Το πνεύµα που επιδεικνύουν οι ανεξάρτητοι φοιτητές σε σχέση µε τα θεµελιώδη ζητήµατα δεν είναι υψηλότερο και η αποφασιστικότητά τους δεν είναι µεγαλύτερη από εκείνη των αδελφοτήτων, ενώ η επιρροή τους είναι σχεδόν ακόµα πιο ολέθρια. Αυτή η επιρροή είναι πιο απατηλή και πιο παραπλανητική, διότι αυτό το απείθαρχο, αστικό και µικρόµυαλο κίνηµα διεκδικεί το ρόλο του πρωταθλητή και του απελευθερωτή στην πανεπιστηµιακή ζωή.

Το σηµερινό φοιτητικό σώµα δεν µπορεί να βρεθεί εκεί όπου µαίνονται οι συγκρούσεις σχετικά µε την πνευµατική αναγέννηση του έθνους – στις διενέξεις αναφορικά µε µια καινούρια τέχνη – ούτε στο πλευρό των συγγραφέων και των ποιητών του ή στις πηγές της θρησκευτικής ζωής. Αυτό ισχύει διότι το Γερµανικό φοιτητικό σώµα δεν υπάρχει ως τέτοιο. Όχι επειδή αρνείται να συµµετάσχει στα πρόσφατα “µοντέρνα” κινήµατα αλλά επειδή, ως φοιτητικό σώµα, έχει πλήρη άγνοια γι’ αυτά τα κινήµατα επειδή, ως φοιτητικό σώµα, µετατοπίζεται συνεχώς ακολουθώντας την κοινή γνώµη επειδή φλερτάρεται και κακοµαθαίνεται από κάθε συµµαχία και κάθε κόµµα, επειδή κολακεύεται από τους πάντες και υποτάσσεται στους πάντες. Και, µε όλα αυτά, εξακολουθεί να στερείται από κάθε άποψη την ευγένεια που, µέχρι πριν από έναν αιώνα, έδινε στους Γερµανούς φοιτητές µια ορατή παρουσία και τους επέτρεπε να προχωράνε µπροστά ως πρωταθλητές της ζωής στις καλύτερες στιγµές της.

Η διαστροφή του δηµιουργικού πνεύµατος σε πνεύµα κατάρτισης – την οποία βλέπουµε παντού να βρίσκεται σε εξέλιξη – έχει καταλάβει τα πανεπιστήµια συνολικά και τα έχει αποµονώσει από την ανεπίσηµη, δηµιουργική ζωή της σκέψης. Αυτό αποδεικνύεται µε επώδυνο τρόπο από την περιφρόνηση που δείχνουν οι γραφειοκράτες πανεπιστηµιακοί για τις δραστηριότητες ανεξάρτητων καλλιτεχνών και ακαδηµαϊκών οι οποίες είναι ξένες και συχνά εχθρικές προς το κράτος. Ένας από τους πιο φηµισµένους Γερµανούς πανεπιστηµιακούς καθηγητές αναφέρθηκε σε µια διάλεξή του σε εκείνους τους «λόγιους των 9 καφενείων, σύµφωνα µε τους οποίους ο Χριστιανισµός έχει τελειώσει». Το ύφος και η ακρίβεια αυτής της διατύπωσης αλληλοεξισορροπούνται στην εντέλεια. Και αν ένα πανεπιστήµιο οργανωµένο µε αυτόν τον τρόπο είναι εχθρικό προς τις ακαδηµαϊκές σπουδές – µολονότι αυτές οι σπουδές µπορούν να προσποιούνται ότι διεκδικούν τη “σύνδεσή” τους µε τις άµεσες φροντίδες του κράτους – πόσο περισσότερο άγονη θα είναι άραγε η προσέγγισή του στις τέχνες και τις Μούσες; Κατευθύνοντας τους φοιτητές προς τα επαγγέλµατα, το πανεπιστήµιο πρέπει αναγκαστικά να αποτυγχάνει να αντιληφθεί την άµεση δηµιουργικότητα ως µορφή κοινοτικής δραστηριότητας. Στην πραγµατικότητα, η ακατανόητη εχθρότητα της ακαδηµίας απέναντι στη ζωή που απαιτεί η τέχνη µπορεί να ερµηνευτεί ως απόρριψη κάθε µορφής άµεσης δηµιουργικότητας που δε συνδέεται µε γραφειοκρατικά αξιώµατα. Αυτό επιβεβαιώνεται – µε όρους εσωτερικής συνείδησης – από την ανωριµότητα και τη σχολιαρούδικη αντίληψη των φοιτητών. Από αισθητική άποψη, η πιο εντυπωσιακή και επώδυνη πλευρά του πανεπιστηµίου είναι η µηχανική αντίδραση των φοιτητών όταν ακούνε µια διάλεξη. Μονάχα µια αυθεντικά ακαδηµαϊκή και εκλεπτυσµένη κουλτούρα συζήτησης θα µπορούσε να αντισταθµίσει αυτό το επίπεδο δεκτικότητας. Και, βεβαίως, τα πανεπιστηµιακά σεµινάρια απέχουν έτη φωτός από µια τέτοια κουλτούρα, διότι κι εκείνα βασίζονται κυρίως στη µορφή της διάλεξης, ενώ δεν έχει µεγάλη σηµασία αν οι οµιλητές είναι καθηγητές ή φοιτητές.

Η οργάνωση του πανεπιστηµίου έχει πάψει να βασίζεται στη δηµιουργικότητα των φοιτητών του, όπως είχαν οραµατιστεί οι ιδρυτές του. Εκείνοι φαντάζονταν τους φοιτητές ως δασκάλους και ταυτόχρονα ως µαθητές: ως δασκάλους, επειδή η δηµιουργικότητα συνεπάγεται την πλήρη αυτονοµία, µε τη σκέψη να είναι προσηλωµένη στην επιστήµη και όχι στην προσωπικότητα του εκπαιδευτή τους. Αλλά εκεί όπου το επάγγελµα και τα αξιώµατα είναι οι ιδέες που διευθύνουν τη φοιτητική ζωή, δεν µπορεί να υπάρξει πραγµατική µάθηση. ∆εν µπορεί πλέον να τεθεί το ζήτηµα της αφοσίωσης σε µια µορφή γνώσης απέναντι στην οποία υπάρχει η ανησυχία ότι θα οδηγούσε τους φοιτητές µακριά από την αστική ασφάλεια. ∆εν µπορεί να υπάρξει ούτε αφοσίωση στη µάθηση ούτε αφοσίωση της ζωής σε µια νεότερη γενιά. Ωστόσο, η αποστολή της διδασκαλίας – αν και µε µορφές αρκετά διαφορετικές από τις σηµερινές – αποτελεί επιτακτική ανάγκη για οποιαδήποτε αυθεντική µάθηση. Μια τέτοια ριψοκίνδυνη αυτο-αφοσίωση στη µάθηση και στη νεολαία πρέπει να εκδηλωθεί στο φοιτητή ως ικανότητα για αγάπη, και πρέπει να αποτελεί την πηγή της δηµιουργικότητάς του. Αλλά, µε τον ίδιο τρόπο, ο φοιτητής πρέπει επίσης να ακολουθεί τα χνάρια των πρεσβυτέρων πρέπει να αποκτήσει τη µάθηση από το δάσκαλό του, χωρίς να τον ακολουθήσει στο επάγγελµά του. Με ήσυχη τη συνείδησή του, µπορεί να αποχωριστεί την κοινότητα που τον ενώνει µε τους άλλους δηµιουργούς, καθώς αυτή η κοινότητα αντλεί τη γενική µορφή της αποκλειστικά από τη φιλοσοφία. Πρέπει να γίνει ένας ενεργητικός δηµιουργός, φιλόσοφος και δάσκαλος ταυτόχρονα, και όλα αυτά πρέπει να αποτελούν µέρος της βαθύτερης και πρωταρχικότερης φύσης του. Αυτά ορίζουν το επάγγελµα και τη ζωή του.

Η κοινότητα των δηµιουργικών ανθρώπινων όντων εξυψώνει σε οικουµενικό κάθε ιδιαίτερο πεδίο σπουδών µε τη µορφή της φιλοσοφίας. Αυτή η οικουµενικότητα δεν επιτυγχάνεται φέρνοντας τους δικηγόρους αντιµέτωπους µε λογοτεχνικά ζητήµατα ή τους γιατρούς αντιµέτωπους µε νοµικά ζητήµατα (όπως έχουν προσπαθήσει να κάνουν διάφορες φοιτητικές οµάδες). Μπορεί να επέλθει µόνο αν η κοινότητα διασφαλίσει ότι οι εξειδικευµένες σπουδές (οι οποίες δεν µπορύν να υπάρξουν χωρίς να έχουν κατά νου ένα επάγγελµα) και όλες οι δραστηριότητες των ειδικών επιστηµονικών κλάδων υπάγονται σταθερά στην κοινότητα του πανεπιστηµίου ως τέτοιου, διότι µονάχα αυτό είναι ο δηµιουργός και ο θεµατοφύλακας της φιλοσοφίας ως µορφής κοινότητας. Αυτή η φιλοσοφία, µε τη σειρά της, θα πρέπει να ασχολείται όχι µε τα περιορισµένα τεχνικά φιλοσοφικά ζητήµατα αλλά µε τα µεγάλα µεταφυσικά ερωτήµατα του Πλάτωνα και του Σπινόζα, των Ροµαντικών και του Νίτσε. Αυτό – και όχι η διεξαγωγή εκδροµών σε οργανισµούς πρόνοιας – θα δηµιουργήσει τους στενότερους δεσµούς ανάµεσα στη ζωή και τα επαγγέλµατα, αν και η ζωή θα γίνεται κατανοητή µε βαθύτερο τρόπο. Αυτό θα εµπόδιζε τον εκφυλισµό των σπουδών σε συσσώρευση πληροφοριών. Το καθήκον των φοιτητών είναι να συντάσσονται γύρω από το πανεπιστήµιο, το οποίο θα είναι σε θέση να µεταδώσει τη συστηµατική κατάσταση της γνώσης µαζί µε προσεκτικές και ακριβείς αλλά ταυτόχρονα τολµηρές εφαρµογές νέων µεθοδολογιών. Οι φοιτητές που θα αντιλαµβάνονταν το ρόλο τους µε αυτόν τον τρόπο θα έµοιαζαν σε µεγάλο βαθµό µε τα άµορφα κύµατα του πληθυσµού που περικυκλώνουν το παλάτι του πρίγκιπα, το οποίο χρησιµεύει ως χώρος µιας ακατάπαυστης πνευµατικής επανάστασης – ένα σηµείο όπου κυοφορούνται νέα εωτήµατα µε πιο φιλόδοξο, λιγότερο ξεκάθαρο, λιγότερο σαφή  τρόπο, αλλά ίσως µε µεγαλύτερη βαθύτητα από τα παραδοσιακά επιστηµονικά ερωτήµατα. Ίσως τότε η δηµιουργικότητα των φοιτητών θα µας επέτρεπε να τους θεωρήσουµε σαν τους µεγάλους µεταµορφωτές, των οποίων το καθήκον είναι να αξιοποιούν τις καινούριες ιδέες – που εµφανίζονται νωρίτερα στις τέχνες και στην κοινωνία απ’ ό,τι στο πανεπιστήµιο – και να τις µεταπλάθουν δίνοντάς τους επιστηµονική µορφή, υπό την καθοδήγηση της φιλοσοφικής τους προσέγγισης.

Η µυστική τυραννία της επαγγελµατικής κατάρτισης δεν είναι η χειρότερη από τις παραµορφώσεις των οποίων το αποκρουστικό αποτέλεσµα είναι ότι δηλητηριάζουν σταθερά την ουσία της δηµιουργικής ζωής. Υπάρχει επίσης µια κοινότοπη αντίληψη της ζωής που ανταλλάσσει την πνευµατική δραστηριότητα µε διάφορα υποκατάστατα. Αυτή η αντίληψη πετυχαίνει σε ολοένα µεγαλύτερο βαθµό να αποκρύπτει τους κινδύνους της πνευµατικής ζωής και εποµένως να γελοιοποιεί τους ελάχιστους επιζώντες οραµατιστές ως αιθεροβάµονες ονειροπόλους. Ένα βαθύτερο πρόβληµα προκύπτει από την ασυνείδητη διαστρέβλωση της φοιτητικής ζωής από τις κυρίαρχες ερωτικές συµβάσεις. Όπως η ιδεολογία της επαγγελµατικής κατάρτισης έχει µετατραπεί σε αποδεκτή αλήθεια και έχει µονοπωλήσει πλήρως την πνευµατική συνείδηση, έτσι ακριβώς η έννοια του γάµου και η ιδέα της οικογένειας έχουν βαρύνουσα σηµασία στην αντίληψη του έρωτα. Το ερωτικό στοιχείο µοιάζει να έχει εξαφανιστεί από ένα χώρο που εκτείνεται – κενός και ακαθόριστος – ανάµεσα στην παιδική ηλικία του ατόµου και τη δηµιουργία της δικής του οικογένειας. Εφόσον η σιωπηρή προσδοκία του γάµου παραµένει αδιαµφισβήτητη, δεν µπορεί να τεθεί το ερώτηµα αν είναι δυνατή η ενότητα µεταξύ δηµιουργίας και αναπαραγωγής ή αν αυτή η ενότητα µπορεί να βρεθεί στην οικογένεια, καθώς αυτό θα σήµαινε µια αδικαιολόγητη ανάπαυλα εν µέσω της οποίας κάποιος θα µπορούσε το πολύ-πολύ να θέσει εµπόδια στον πειρασµό. Ο έρωτας για τη δηµιουργικότητα – αν κάποια οµάδα ήταν σε θέση να τον κατανοήσει και να αγωνιστεί για να τον εκπληρώσει, τότε αυτή η οµάδα θα έπρεπε να είναι το φοιτητικό σώµα. Αλλά ακόµα και όταν οι εξωτερικές αστικές συνθήκες απουσίαζαν και δεν υπήρχε καµία προοπτική για τη δηµιουργία οικογένειας ακόµα και εκεί – όπως σε πολλές Ευρωπαϊκές πόλεις – όπου µια πολυπρόσωπη µάζα γυναικών στήριζαν ολόκληρη την οικονοµική τους ύπαρξη στους φοιτητές (µέσω της πορνείας) – ακόµα και σε αυτές τις περιπτώσεις οι φοιτητές δεν µπόρεσαν να θέσουν εκείνα τα ερωτήµατα για τον έρωτα που προσιδίαζαν στον εαυτό τους. Χρειαζόταν οπωσδήποτε να αναρωτηθούν αν η αναπαραγωγή και η δηµιουργικότητα έπρεπε να παραµείνουν διαχωρισµένες και αν – εφόσον και οι δύο διαστρεβλώνονταν εξαιτίας αυτού του διαχωρισµού – καµία από τις δύο δεν έπρεπε να απορρέει από την ιδιόµορφή ύπαρξη αυτού του διαχωρισµού. Ένα τέτοιο ερώτηµα – µολονότι είναι επώδυνο και ταπεινωτικό να τίθεται στους σηµερινούς φοιτητές – δεν µπορεί να αποφευχθεί, διότι αυτοί οι δύο πόλοι της ανθρώπινης ύπαρξης είναι στενά συνδεµένοι ιστορικά.

Αντιµετωπίζουµε ένα ζήτηµα που καµία κοινότητα δεν µπορεί να αφήσει ανεπίλυτο και το οποίο, ωστόσο, κανένας λαός δεν µπόρεσε να απαντήσει από την εποχή των Ελλήνων και των πρώτων Χριστιανών. Το ερώτηµα αυτό είχε πάντα βαρύνουσα σηµασία για τα µεγάλα δηµιουργικά πνεύµατα: Πώς θα µπορούσαν να δικαιώσουν την εικόνα τους για την ανθρωπότητα και ταυτόχρονα να µοιραστούν µια κοινότητα µε τις γυναίκες και τα παιδιά, των οποίων η δηµιουργικότητα έχει διαφορετική µορφή; Οι Έλληνες, όπως γνωρίζουµε, έλυσαν αυτό το πρόβληµα µε τη βία. Υπέταξαν την αναπαραγωγή στη δηµιουργία έτσι ώστε, µακροχρόνια, αποκλείοντας τις γυναίκες και τα παιδιά από τη ζωή του κράτους επέφεραν την κατάρρευσή του. Οι Χριστιανοί προσέφεραν µια πιθανή λύση για την Πολιτεία του Θεού [Civitas Dei]: αποκήρυξαν τη διχωρισµένη ύπαρξη σε οποιαδήποτε σφαίρα. Ακόµα και οι πιο προοδευτικοί φοιτητές δεν έχουν προχωρήσει ποτέ πέρα από ατέλειωτες καλαισθητικές συζητήσεις για τη συντροφικότητα µε τις γυναίκες φοιτήτριες. ∆ε δίστασαν να διατυπώσουν την ελπίδα για µια “υγιή” εξουδετέρωση του ερωτικού στοιχείου τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες. Και πραγµατικά, µε τη βοήθεια που παρείχαν οι πόρνες, το ερωτικό στοιχείο εξουδετερώθηκε στα πανεπιστήµια. Και εκεί όπου δεν εξουδετερώθηκε, αντικαταστάθηκε από µια ακατάσχετη αθωότητα, από µια µεθυστική ατµόσφαιρα κεφιού, ενώ η ανάξια- για-µια-κυρία νεαρή φοιτήτρια καλωσορίστηκε θορυβωδώς στη µικτή εκπαίδευση ως διάδοχος της άσχηµης, ηλικιωµένης γεροντοκόρης καθηγήτριας. Είναι δύσκολο να αρνηθεί κανείς εδώ τη γενική παρατήρηση ότι η Καθολική Εκκλησία διαθέτει µια πολύ µεγαλύτερη (αν και άτολµη) ενστικτώδη εκτίµηση για τη δύναµη και τις αδιάλλακτες απαιτήσεις του ερωτικού στοιχείου από εκείνη που διαθέτει το πανεπιστήµιο.

Στα πανεπιστήµια, ένα τεράστιο πρόβληµα παραµένει θαµµένο, ανεπίλυτο και αποκηρύσσεται. Πρόκειται για ένα πρόβληµα πολύ µεγαλύτερο από τις αµέτρητες αιτίες τριβής που υπάρχουν στην κοινωνία. Είναι το εξής: Πώς θα ενοποιήσουµε την πνευµατική ζωή, όταν αυτό που βρίσκουµε µπροστά µας είναι ο αξιοθρήνητος διαχωρισµός ανάµεσα στην πνευµατική αυτονοµία του δηµιουργικού πνεύµατος (στις αδελφότητες) και µια ακαταδάµαστη δύναµη της φύσης (στην πορνεία) – δηλαδή το διαστρεβλωµένο και κατακερµατισµένο σώµα του ενιαίου ερωτικού πνεύµατος; Ο στόχος που θα έπρεπε να επιδιώκουν οι φοιτητές – σε συµφωνία µε τη µορφή της ζωής τους – είναι να µετασχηµατιστεί η αναγκαία ανεξαρτησία του δηµιουργικού πνεύµατος και να εκπληρωθεί η απαραίτητη συµµετοχή των γυναικών (οι οποίες δεν είναι δηµιουργικές µε την αρρενωπή έννοια) σε µια ενιαία κοινότητα δηµιουργικών ανθρώπων, µέσω της αγάπης. Σήµερα, ωστόσο, οι θανατηφόρες συµβάσεις κυριαρχούν πάνω µας σε τέτοιο βαθµό ώστε οι φοιτητές δεν έχουν φτάσει ούτε καν στο σηµείο να οµολογήσουν την ενοχή τους απέναντι στις πόρνες. Επιπλέον, οι άνθρωποι εξακολουθούν να φαντάζονται ότι όλη αυτή η βλάσφηµη διαδικασία της ανθρώπινης καταστροφής µπορεί να ανασχεθεί µε εκκλήσεις υπέρ της αγνότητας, καθώς δεν έχουν το θάρρος να κοιτάξουν κατά πρόσωπο την οµορφότερη δική τους ερωτική φύση. Ο ακρωτηριασµός της νεότητας πηγαίνει πολύ βαθιά για να σπαταλήσει κανείς πολλά λόγια µιλώντας γι’αυτόν. Αντίθετα, µε την αντιµετώπισή του πρέπει να επιφορτιστεί το πνεύµα εκείνων που σκέφτονται και η αποφασιστικότητα των ατρόµητων, διότι είναι απρόσιτος σε κάθε πολεµική.

Πώς βλέπει τον εαυτό της η νέα γενιά; Ποια είναι η εικόνα που έχει για τον εαυτό της, εφόσον επιτρέπει µια τέτοια συσκότιση των ιδεών της, µια τέτοια διαστρέβλωση των αξιών της; Αυτή η εικόνα έχει διαµορφωθεί από τις αδελφότητες, οι οποίες αποτελούν την πιο ορατή ενσάρκωση της φοιτητικής αντίληψης για τη νεότητα, ενάντια στην οποία οι υπόλοιποι φοιτητές – µε επικεφαλής τις “ελεύθερες φοιτητικές οργανώσεις” – εξαπολύουν τα κοινωνικά τους συνθήµατα. Οι Γερµανοί φοιτητές διακατέχονται σε µικρότερο ή µεγαλύτερο βαθµό από την έµµονη ιδέα ότι πρέπει να απολαύσουν τα νιάτα τους. Έπρεπε να δοθεί κάποιο περιεχόµενο στην εντελώς ανορθολογική περίοδο αναµονής ως το γάµο και την άσκηση ενός επαγγέλµατος, και έπρεπε αυτό να είναι ένα παιγνιώδες και ψευδο-ροµαντικό περιεχόµενο που θα βοηθούσε να περάσει ο καιρός. Ένα φοβερό στίγµα προσάπτεται ακόµα στην περιβόητη αµέριµνη διασκέδαση των φοιτητικων τραγουδιών, του “Gaudeamus igitur…”[ii]. Αντιπροσωπεύει ένα φόβο για το µέλλον και, ταυτόχρονα, µια αυτάρεσκη συµφωνία µε τον απαραίτητο φιλισταϊσµό µε τον οποίο θέλει κανείς να απεικονίζει στοργικά τον εαυτό του, σύµφωνα µε το σχήµα των “µεγάλων αγοριών”[iii]. Αλλά επειδή οι φοιτητές έχουν πουλήσει την ψυχή τους στην αστική τάξη – µαζί µε το γάµο και το επάγγελµα – διεκδικούν µε επιµονή αυτά τα λίγα χρόνια αστικής ελευθερίας. Αυτή η ανταλλαγή πραγµατοποιείται στο όνοµα της νεότητας. Είτε ανοιχτά είτε µε µυστικότητα – σε ένα µπαρ ή εν µέσω εκκωφαντικών λόγων στις φοιτητικές συναθροίσεις – δηµιουργείται µια ακριβά αγορασµένη κατάσταση µέθης, το δικαίωµα στην οποία δεν πρέπει να αµφισβητείται.

Αυτή η εµπειρία εµφανίζεται ανάµεσα στη νεότητα που διασπαθίζεται και τα γηρατειά που ποθούν τη γαλήνη και την ησυχία, και εδώ ακριβώς κάθε απόπειρα να εµπνεύσει κανείς στους φοιτητές υψηλότερα ιδανικά έχει καταλήξει σε οικτρή αποτυχία. Ωστόσο, καθώς αυτός ο τρόπος ζωής αποτελεί εµπαιγµό για κάθε πραγµατικότητα, τιµωρείται – εν είδει εκδίκησης – από όλες τις φυσικές και πνευµατικές δυνάµεις: από την επιστήµη µε τη µεσολάβηση του κράτους, από τον έρωτα µε τη µεσολάβηση που παρέχουν οι πόρνες, και εποµένως από τη φύση µε τη µορφή του επερχόµενου αφανισµού. ∆ιότι οι φοιτητές δεν είναι η νεότερη γενιά είναι η γηράσκουσα γενιά. Για εκείνους που έχασαν τα πρώτα χρόνια της ζωής τους στα Γερµανικά σχολεία, χρειάζεται µια ηρωική απόφαση ώστε να αναγνωρίσουν την έναρξη του γήρατος, καθώς τα πανεπιστηµιακά χρόνια έµοιαζαν να τους προσφέρουν επιτέλους την προοπτική µιας νεότητας γεµάτης από ζωή – µόνο και µόνο για να ακυρώσουν αυτή την προοπτική χρόνο µε το χρόνο.

Ωστόσο, είναι σηµαντικό να αναγνωρίσουν ότι πρέπει να γίνουν δηµιουργικοί παραγωγοί και, εποµένως, µοναχικά γηράσκοντες άνθρωποι, και ότι µια πλουσιότερη γενιά παιδιών και νέων έχει ήδη γεννηθεί, στην οποία αυτοί µπορούν µονάχα να αφοσιωθούν ως δάσκαλοι. Από όλα τα συναισθήµατα, τούτο είναι το πιο περίεργο γι’ αυτούς. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν µπορούν να αποδεχτούν την ύπαρξή τους και δεν είναι καλά προετοιµασµένοι να ζήσουν από την αρχή µε τα παιδιά (διότι αυτό ακριβώς σηµαίνει να είναι κανείς δάσκαλος), καθώς τα παιδιά δεν έχουν εισέλθει ακόµα στη σφαίρα της µοναξιάς. Επειδή δεν αναγνωρίζουν τη διαδικασία της γήρανσης, σπαταλούν το χρόνο τους. Η παραδοχή της λαχτάρας τους για µια όµορφη παιδική ηλικία και για µια άξια νεότητα αποτελεί προϋπόθεση της δηµιουργικότητάς τους. Χωρίς αυτή την παραδοχή, χωρίς τη θλίψη για ένα χαµένο µεγαλείο δεν είναι δυνατή η ανανέωση της ζωής τους. Ο φόβος της µοναξιάς – ο φόβος τους να ενδώσουν – ευθύνεται για την απουσία ερωτικής δέσµευσης. Μετράνε τον εαυτό τους σε σχέση µε τον πατέρα τους, όχι σε σχέση µε τις επόµενες γενιές, και µε αυτόν τον τρόπο διασώζουν την ψευδαίσθηση της νεότητάς τους. Η φιλία τους στερείται µεγαλείου και µοναξιάς. Εκείνη η περιεκτική φιλία ανάµεσα στα δηµιουργικά πνεύµατα, µε την αίσθηση της απεραντοσύνης της και το ενδιαφέρον της για την ανθρωπότητα συνολικά ακόµα και όταν αυτά τα πνεύµατα είναι ταυτόχρονα µαζί και µόνα ή όταν βιώνουν τη λαχτάρα σε κατάσταση µοναξιάς, δεν έχει καµία θέση στη ζωή των φοιτητών. Αντί γι’ αυτή, υπάρχει µόνο εκείνη η αδελφοποίηση που είναι τόσο αχαλίνωτη όσο και προσωπικά περιορισµένη. ∆εν έχει σηµασία αν πίνουν σε ένα µπαρ ή αν ιδρύουν ένα σύλλογο σε κάποιο καφέ. Όλες αυτές οι πρακτικές αποτελούν απλώς µια αγορά του προπαρασκευαστικού και του προσωρινού, όπως και η δραστηριότητα εκείνων που πηγαινοέρχονται στις αίθουσες διαλέξεων ή στα καφέ βρίσκονται εκεί απλώς για να γεµίσουν τον κενό χρόνο αναµονής, παρεκκλίνοντας από τη φωνή που τους καλεί να οικοδοµήσουν τη ζωή τους µε ένα ενιαίο πνεύµα δηµιουργικής δραστηριότητας, έρωτα και νεότητας. Υπάρχει µια αγνή και λιτή µορφή νεότητας που σέβεται εκείνους που την πραγµατώνουν, και αυτή αντηχεί στα λόγια του Stefan George:

Εφευρέτες του τροχαϊκού µέτρου και των σπινθηροβόλων διαλόγων ανάµεσα σε πνευµατώδεις ρήτορες: ο χρόνος και η απόσταση µού επιτρέπουν να χαράξω στη µνήµη µου τον παλιό µου εχθρό. Κάντε κι εσείς το ίδιο! Γιατί στην κλίµακα της έκστασης και του πάθους βρισκόµαστε και οι δύο σε παρακµή. Ποτέ πια δε θα µε κολακεύσει η εξύµνηση και η χαρά της νεότητας. Ποτέ ξανά δε θα ηχήσουν στίχοι τόσο βροντερά στα αυτιά σας..[iv]

Η λιποψυχία έχει αποξενώσει τη ζωή των φοιτητών από τέτοιου είδους ενοράσεις. Αλλά κάθε τρόπος ζωής, µε τον δικό του ιδιαίτερο ρυθµό, απορρέει από τις εντολές που καθορίζουν τη ζωή των δηµιουργών. Εφόσον παρεκκλίνουν από αυτές τις εντολές, η ύπαρξή τους θα τους τιµωρήσει µε την ασχήµια και η απελπισία θα πλήξει την καρδιά ακόµα και των πλέον αναίσθητων. Σήµερα, διακυβεύεται ακόµα αυτή η απειλούµενη αναγκαιότητα απαιτείται αυστηρός έλεγχος. Καθένας θα ανακαλύψει τα δικά του καθήκοντα, τα οποία θα αποτελέσουν τις ύψιστες απαιτήσεις στη ζωή του. Μέσω αυτής της κατανόησης, καθένας θα πετύχει να απελευθερώσει το µέλλον από την παραµορφωµένη ύπαρξή του στη µήτρα του παρόντος.

[i] Freie Studentenschaft [Ελεύθερη Φοιτητική Ένωση]: Ριζοσπαστική φοιτητική οµάδα που δηµιουργήθηκε από το Γερµανικό Κίνηµα Νεολαίας. Αυτοί οι “ανεξάρτητοι φοιτητές” βρίσκονταν σε αντιπαράθεση τόσο µε τις συντηρητικές αντιµαχόµενες αδελφότητες (Korps), οι οποίες αντλούσαν την καταγωγή τους από τον εθνικισµό του Ροµαντικού κινήµατος, όσο και µε το πιο πρόσφατο κίνηµα Wandervögel που υποστήριζε µια ιδεολογία υπέρ της επιστροφής στη φύση. Ο Μπένγιαµιν εκλέχτηκε πρόεδρος του Βερολινέζικου τοµέα τής Freie Studentenschaft το εαρινό εξάµηνο του 1914 και παρέµεινε σε αυτή τη θέση µέχρι το ξέσπασµα του Πρώτου Παγκόσµιου Πολέµου.

[ii] Gaudeamus igitur (‘Ας χαρούµε λοιπόν’): Τραγούδι που αποτελεί τον επίσηµο ύµνο πολλών Ευρωπαϊκών πανεπιστηµίων και εκτελείται συνήθως από τους φοιτητές κατά τη διάρκεια των τελετών αποφοίτησης [Σηµείωση της ελληνικής µετάφρασης]

[iii] “Mεγάλα αγόρια”: Οι alter Herrn είναι τα πρώην µέλη αδελφοτήτων που διατηρούν την επιρροή τους σε αυτές τις οργανώσεις και λειτουργούν ως παράγοντες που προστατεύουν την επόµενη γενιά.

[iv] Stefan George (1868-1933), “H.H”, από το ‘Έτος της Ψυχής’ [Das Jahr der Seele, 1897]

Advertisements