ΒΙΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΣΕ ΦΟΝΤΟ ΛΕΥΚΟ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ)

Τα παρακάτω αποσπάσματα βρίσκονται στο βιβλίο του Χρήστου Φιλιππίδη, Βιοπολιτικές αφηγήσεις σε φόντο λευκό, η ιατρική αστυνομία ως χαρτογράφος της πόλης, εκδ. Futura, Μάρτιος 2015, και αποτέλει μια χρήσιμη προσθήκη στις απόπειρες χαρτογράφησης του ανθρωπιστικού- στρατοαστυνομικού συμπλέγματος, των τεχνολογιών, και των δολοφονικών του μετακινήσεων..

trans-Saharan migration routes

Βιοπολιτικές αφηγήσεις σε φόντο λευκό

(αποσπάσματα)

  1. Η αφηρημένη γυμνότητα του να είσαι άνθρωπος” – Η νεωτερικότητα ως βραχυκύκλωμα

Ήταν οι πρώτες πρωινές ώρες της 3ης Οκτώβρη του 2013. Ξημέρωνε εκεί στην κεντρική Μεσόγειο. Μέσα στη φυσική της ηρεμία, ακόμη και ένας θεός θα έπρεπε να προσπαθήσει πολύ για να προσέξει πως ένα υπεράριθμο μικρό σκάφος αναποδογύριζε ξαφνικά στα ανοιχτά του γραφικού νησιού Lampedusa. Λίγες ώρες αργότερα, το ιταλικό λιμενικό θα περισυνέλεγε εκατοντάδες πτώματα ανώνυμων μεταναστών και μεταναστριών που ταξίδευαν, όπως χιλιάδες άλλοι και άλλες πιο πριν, με προορισμό τη ξακουστή Ευρώπη. Το ναυάγιο εκείνου του γέρικου σκάφους δεν θα μπορούσε να προκαλέσει έκπληξη ακόμη και στον πιο προσεκτικό αναγνώστη των αστικών εφημεριδών. Σε λίγο καιρό θα ζοριζόταν ακόμη και να το ανασύρει από τη μνήμη του, στριμωγμένο, όπως θα ήταν, ανάμεσα σε τόσα άλλα. Κάτι, όμως, το έκανε να ξεχωρίζει. Το ιταλικό κράτος, το ίδιο κράτος που άλλοτε εμβόλιζε εν ψυχρώ τα πλοιάρια με τα απεγνωσμένα αλβανικά τους έμψυχα φορτία ή άφηνε στη τύχη τους κατα μεσής της Μεσογείου τα σκάφη που προέρχονταν απ’ τις ακτές της Βόρειας Αφρικής. Κήρυξε αυτή τη φορά ημέρα εθνικού πένθους για το χαμό όλων αυτών των άγνωστων αλλοεθνών. Ένα ολόκληρο έθνος πενθούσε, λοιπόν, για κάποιες και κάποιους που δεν γνώριζε· για κάποιους με τους οποίους όχι μόνο δεν τους ένωνε κανένας δεσμός και κανένα δίκαιο αίματος, αλλά που, αντιθέτως, είχαν δρομολογήσει μια κακόβουλη παραβίαση της εδαφικής του ακεραιότητας. Ένα γεγονός αλλόκοτο, αν αναλογιστεί κανείς πως το εθνικό πένθος είθισται να κηρύσσεται ύστερα απ’ την απώλεια ενός σημαντικού προσώπου ή μίας “κρίσιμης μάζας” αυτό που θα αποκαλούσαμε “εθνική οικογένεια”. Η ιταλική κυβέρνηση όμως, αγνόησε φαινομενικά αυτόν τον κανόνα, “εκτρέποντας” την ίδια τη σύλληψη της εθνικής ιδιότητας του πένθους και επιδεικνύοντας πρωτοφανή διεθνιστική μεγαλοψυχία. Θα μπορούσε να αποτελεί την απόλυτη ηθική τομή στη σύγχρονη ιστορία της ανθρωπότητας.

(…)

Μέσα στη πρωτοτυπία, λοιπόν, θα τολμούσε κανείς να δοκιμάσει την αντιστροφή των ευαίσθητων παρατηρήσεων της Battler*. Γιατί αυτή τη φορά δεν ήταν η απαγόρευση αλλά η ίδια η επιτέλεση του πένθους που αποδείχθηκε συνέχιση της βίας. Τα θεσμικά πρόσωπα που κήρυξαν εθνικό πένθος είναι τα ίδια που έχουν αναγκάσει εδώ και χρόνια χιλιάδες μετανάστες και μετανάστριες να ταξιδεύουν με αυτούς τους τόσο επισφαλείς και επικίνδυνους τρόπους, εξαιτίας των βίαιων αποκλεισμών που συνεπάγονται οι αυστηρές πολιτικές περιφρούρησης της Ευρώπης. Και τούτο μόνο ως προσβολή μνήμης νεκρών θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Αλλά η λειτουργικότητα του εν λόγω συμβάντος είχε πολλαπλά οφέλη. Μέσα στη διεθνή προσοχή της οποίας έτυχε, ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Αντώνης Σαμαράς άδραξε την ευκαιρία που του προσφέρθηκε για να προωθήσει την πάγεια αντιμεταναστευτική του ατζέντα. Με άλλα λόγια, αξιοποίησε επικοινωνιακά μια καταστροφή, με σκοπό την προώθηση εκείνων των πολιτικών που την προκάλεσαν. Σχεδόν δυο βδομάδες μετά το επίμαχο ναυάγιο, ο Σαμαράς επισκέφθηκε τη Μάλτα και την Ιταλία με σκοπό τον συντονισμό και την περαιτέρω θωράκιση της νότιας Ευρώπης απέναντι στα “ανεξέλεγκτα κύματα εισροής μεταναστών”. Λίγες ημέρες αργότερα, θα παρουσίαζε στη σύνοδο κορυφής της Ευρωπαικής Ένωσης στις Βρυξέλλες επτά σημεία για την αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης. Όπως αναμενόταν, δεν θα παρέλειπε να μιλήσει και για την ανθρωπιστική καταστροφή της Lampedusa, επιχειρώντας έναν ακόμη ελιγμό. Είπε, λοιπόν, αναφορικά με τους χιλιάδες μετανάστες που φτάνουν στις ευρωπαικές ακτές χωρίς να έχουν πού να πάνε: “Είναι παγιδευμένοι, δεν έχουν παρελθόν, δεν έχουν παρόν, δεν έχουν μέλλον και προοπτική, και αυτό το θεωρώ μεγάλη ανθρωπιστική καταστροφή”. Η καταστροφή, λοιπόν, θα τους βρεί έτσι κι αλλιώς, είτε στο ταξίδι τους είτε στον προορισμό τους. Σε κάθε περίπτωση, εισβάλλει στη ζωή τους σαν μοιραίο συμβάν. Φέρει εκείνον τον αναπόδραστο χαρακτήρα που θα άρμοζε σε ένα φυσικό φαινόμενο.

(…)

Πίσω στις ανθρωπιστικές εκκλήσεις για τη διάσωση της ζωής κρύβεται μια καλά οργανωμένη επιχείρηση διαχείρισης του θανάτου· με το θάνατο εδώ να λαμβάνει μια ευρύτερη έννοια που, για να θυμηθούμε τον Michel Foucault, δεν περιλαμβάνει “μόνο την άμεση δολοφονία, αλλά και όλες τις μορφές έμμεσης δολοφονίας: την έκθεση σε θανάσιμο κίνδυνο, τον πολλαπλασιασμό των θανάσιμων κινδύνων ή, πολύ απλά, τον πολιτικό θάνατο, την απόρριψη κλπ”. Σήμερα περισσότερο από ποτέ, αποδεικνύεται πως οι αφηρημένες εξαγγελίες της Ευρώπης και οι ανάλαφρες αγωνίες της για τις ζωές-που-πρέπει-να-σωθούν σκοντάφτουν αναπόφευκτα στο τρόμο που της προκαλούν οι όποιες πιθανότητες εσωτερικής της αποσταθεροποίησης. “Στον βαθμό που οι παράπλευρες συνέπειες της φτώχειας, της περιβαλλοντικής κατάρρευσης, των εμφύλιων συγκρούσεων, των υγειονομικών κρίσεων και ούτω καθεξής, δεν αναγνωρίζουν διεθνή σύνορα, μπορούν εύκολα να παραβιάσουν και να αποσταθεροποιήσουν τον προσεκτικά ισσοροπημένο τρόπο ζωής της δύσης, εκτός και αν τύχουν κατάλληλης διαχείρισης”, γράφει χαρακτηριστικά η Pandolfi.

Η αυστηροποίηση των συνοριακών ελέγχων κάνει ξεκάθαρο πως το επίθετο “κατάλληλη” καλεί επιτακτικά σε έναν επαναπροσδιορισμό της ίδιας της “αξίας της ζωής”, επαναρυθμίζοντας τα ισοζύγια των διασώσεων και των απωλειών, και επεμβαίνοντας σ’ εκείνο το “κοινωνικό φαντασιακό” που περιέγραψε ο Calhoun, το οποίο θα καλείται εφ’ εξής να συμφιλιώσει το κοινό του ανθρωπιστικού θεάματος όχι πια με τις αναπόφευκτες απώλειες που λαμβάνουν χώρα σε συνθήκες πέραν του ανθρωπίνως δυνατού, αλλά με τις απώλειες ακριβώς αυτού του ανθρωπίνως δυνατού. Η ανθρωπιστική κουλτούρα θεμελιώθηκε ιστορικά πάνω στην έννοια της “κρίσης”. Πάνω στα επιτακτικά δεδομένα που επιβάλλει ένα έκτακτο συμβάν. Η περίπτωση, όμως, της Lampedusa, και το ευρύτερο ζήτημα της διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών, που αυτή παραδειγματικά αντιπροσωπεύει, σκιαγραφούν μια κρίση πιο “ξερή” και πιο κυριολεκτική. Μια κρίση που δεν προσφέρει την πολυτέλεια να την κοιτάζεις από μακριά και μια ανάγκη που γίνεται πιο επιτακτική ελείψη αυτή της απόστασης. Η “ανθρωπιστική καταστοροφή” που εκτυλίσσεται, εδώ και καιρό, στα “ευάλωτα” κατώφλια της Ευρώπης, αποκαλύπτει την καλά κρυμμένη λειτουργία του ανθρωπιστικού μηχανισμού. Η σκόπιμη απόκρυψη των πολιτικών χαρακτηριστικών σε όλα τα απόμακαρα ανθρωπιστικά παραδείγματα, μέσω της προσεκτικής αποπολιτικοποίησης και φυσικοποίησης της εκάστοτε τραγωδίας. Επιστρέφει, με άλλα λόγια, με τη μορφή μιας περίσσειας Πολιτικού με τη Σμιτιανή έννοια, που σημαδεύει τους πρόσφυγες και τους μετανάστες ως Εχθρούς απέναντι στους οποίους η Ευρώπη οφείλει να αμυνθεί, και τις μετακινήσεις ως πράξεις πολέμου που, ως εκ τούτου, ενδέχεται να έχουν και νεκρούς.

1. Η Judith Buttler υποστηρίζει πως η διαδικασία του πένθους είναι σε θέση να συγκροτήσει μια αίσθηση πολιτικής κοινότητας και η απαγόρευση του μπορεί να οδηγήσει σε μια συνέχιση της βίας, εκείνης της βίας που οδήγησε στο θάνατο.

Advertisements