ΜΙΚΡΟ ΛΕΞΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟ ΙΣΛΑΜ

Μπροστά σε σάιτ ή τηλεοράσεις οι υπήκοοι των δυτικών κρατών παρακολουθούν βόβμες να πέφτουν ενάντια στο «απόλυτο κακό». Ο πόλεμος ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος (I. S.), αποτελεί μια ποιοτική εξέλιξη του πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία (του 4ου παγκόσμιου πόλεμου) ή καλύτερα ένα καινούριο αναβαθμισμένο επεισόδιο του. Η Ρωσία ξεκίνησε τους πρώτους της βομβαρδισμούς ενάντια στο I.S., το Αμερικανικό κράτος έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό, και οι εκπρόσωποι της Γαλλίας δηλώνουν πως οι βομβαρδισμοί θα συνεχίσουν για όσο χρειαστεί…

Η Συρία σταδιακά μετατρέπεται σε ένα διακρές πεδίο πολέμου, πάνω στο οποίο εφμανίζονται οι επιδιώξεις και οι ανταγωνισμοί των ιμπεριαλιστικών κρατικών/κοινωνικών σχηματισμών (και του ελληνικού φυσικά). Από την δική μας πλευρά, αυτήν της ορκισμένης εθχρότητας απέναντι στην πολεμική/καπιταλιστική μηχανή, οφείλουμε να γνωρίσουμε τις ειδικές του συνθήκες, το κοινωνικό/πολιτισμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο εκτυλλίσονται οι πολεμικές συρράξεις, οφείλουμε να γνωρίσουμε τις τροπικότητες των πληθυσμών, τις καταφάσεις και τις αρνήσεις τους, γιατί (μόνο) έτσι μπορούμε να δούμε χωρίς τα μάτια της Δύσης (τα μάτια των αφεντικών της Δύσης), έναν πόλεμο που δεν μετράει μονάχα πτώματα στη Δαμασκό ή στο Χαλέπι, μετράει πτώματα στα σύνορα της Ευρώπης (Ελλάδας), μετράει πτώματα στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις του βορά και του νότου.. Είναι ίδιος ο πόλεμος, και στα διαφορετικά του μέτωπα σημαδεύει το παγκόσμιο, το πολυεθνικό προλεταριάτο.

2300syria-ISIS-7-27-15

Το παρκάτω λεξικό, που κλέψαμε από το βιβλίο του Ζιλ Κεπέλ, «Τζιχάντ, ο Ιερός πόλεμος», εκδ. Καστανιώτη, είναι ακόμα μια μικρή απόπειρα να κατανοήσουμε το ισλάμ, για να κατανοήσουμε τους τρόπους και τις ανάγκες του πολεθνικού προλεταριάτου.

Αγιατολάχ: ιεραρχικό κλήρος του σιιτικού κλήρου

Άμαλ: «ελπίδα», αρχικά της παραστρατιωτικής οργάνωσης του «Κινήματος των απόκλειρων» του Λιβάνου.

Ασούρα: γιορτασμός της δέκατης ημέρας της εγίρας του Μοχαράμ: για τους σιίτες μνημονεύει το μαρτύριο του ιμάμη Χουσείν, στην Καρμπάλα, στις 10 Οκτωβρίου του 680.

Αχντ (ντρ ελ): «γη της συμφωνίας»: στο ισλαμικό δόγμα είναι η περιοχή όπου οι μουσουλμάνοι μπορούν να ζήσουν ειρηνικά μέσα σε μη μουσουλμανικό κράτος.

Γκαμάα Ισλαμίγια: «ισλαμικός σύνδεσμος». Ονομασία πολλών ισλαμιστικών κινημάτων.

Εμίρης: «άρχοντας» με εξουσία στον παραδοσιακό μουσουλμανικό κόσμο. Επικεφαλής πολιτικής ή στρατιωτικής ομάδας, ειδικότερα επικεφαλής ισλαμιστικής ομάδας.

Ζακάτ: νόμιμη ελεημοσύνη (ένας από τους τέσσερεις πυλώνες του Ισλάμ).

Ζουίγια: κτίριο όπου κατοικεί ένας μαραμπού, ένας άγιος ή μια σουφική μυστικιστική αδελφότητα.

Ιλιτζάμ: άσκηση της θρησκείας, ευσέβεια.

Ιμάμης: οδηγός, αρχηγός της προσευχής ή της κοινότητας. Στους Σιίτες θεωρείται απόγονος του Άλι, φορέας ιερότητας, με προορισμό να ασκήσει ύπατη εξουσία.

Ιντιφάντα: «εξέγερση», ειδικά Παλεστινιακή εξέγερση που ξεκίνησε τον Δεκέμβρη του 1987.

Ισλάμ (νταρ ελ): «γη του Ισλάμ»: εκεί που εφαρμόζεται, υποθετικά η σαρία.

Καούμ: φυλή (ειδικά στο Αφγανιστάν).

Καφίρ: άπιστος.

Κούφρ (νταρ ελ): «γη της ασέβειας» αντιπαρατίθεται με το νταρ ελ Ισλάμ και αποκλείεται από τον νταρ ελ Άχντ και το νταρ ελ Χαράμπ.

Μαλεκίτες: μία από τις τέσσερεις σχολές του σουνιτικού ισλάμ, συναντάται κυρίως στη βόρεια και δυτική Αφρική.

Μαραμπού: αρχηγός αδελφότητας, άγιος που τιμάται από τη λαική θρησκεία (βόρεια και δυτική Αφρική).

Μάχντι: μεσσίας που θα έρθει να εγκαθιδρύσει τη θρησκεία και τη δικαιοσύνη. Ο δωδέκατος Ιμάμης που αναμένεται από του Σιίτες (ο Μοχάμεντ ελ Μάχντι «κρύφτηκε» το 874)

Μεντρεσές: ιεροδιδασκαλείο.

Μουλάς: θρησκευτικός τίτλος που χρησιμοποιείται κυρίως στο ασιατικό ισλάμ.

Μουτζαχεντίν (πληθ. του μουτζαχέντ): αγωνιστής του Τζιχάντ. Ονομασία διαφορετικών ομάδων, κυρίως στο Ιράνη και στο Αφγανιστάν, και ένοπλων Ισλαμιστικών ομάδων.

Μπάρακα: ευλογία που δίνει ο Θεός ή ένας άγιος.

Μπαρελούι: μουσουλμανικό μυστικό σχολείο της ινδικής υποηπείρου.

Ντάουα (ή ντάκουα): διάδοση της πίστης, έκκληση στο Ισλάμ.

Ντεομπάντι: σχολή ουλεμάδων της ινδική υποηπείρου που δημιουργήθηκε το 1867 σε αντίδραση προς τη βρετανική κυριαρχία.

Ουχαμπισμός: δόγμα που υποστηρίζουν οι μαθητές του Ιμπν Αμπντ ελ Ουαχάμπ (1703- 1792), αυστηρός κύρηκας που η επιροή του κυριαρχεί στο στο σουδαραβικό Ισλάμ.

Ουλεμάς (γαλλοποιημένος πληθυντικός του Αλμ): διδάκτορας του Ισλαμικού νόμου.

Ούμα: κοινότητα των πιστών.

Πασνταράν: φύλακες της ισλαμικής επανάστασης (Ιράν).

Σαλαφίτης; Οπαδός των «ευσεβών προγόων» (σαλάφ) ή του αρχικού ισλάμ, που χαρακτηρίζεται από αυστηρότητα.

Σαμπάμπ: νεολαία.

Σαρία: ο νόμος που σητρίζεται στα ιερά κείμενα του Ισλάμ και τη νομική παράδοση.

Σαφεῒτες: μία από τις τέσσερις νομικές σχολές του σουνητικού Ισλάμ, διαδεδομένη κύρίως στην νοτιοανατολική ασία και στην ανατολική αφρική.

Σεῒχης: τίτλος σεβασμού που δίνεται σε θρησκευτικό αξιωματούχο, όπως και σε κάθε προσωπικότητα ή κάθε ηλικιωμένο.

Σιισμός (σία Άλι: «το κόμμα του Άλι»): δόγμα και κίνημα που έχουν σημείο αναφοράς τους την οικογένεια του Προφήτη, μέσω των ιμάμιδων, αρχίζοντας από τον Άλι τον γαμπρό του Προφήτη. Συγκεντρώνει περίπου 15% των μουσουλμάνων του κόσμου, κυρίως στο Ιράν και το Ιράκ, την Ινδία, το Πακιστάν, τον Λίβανο, τον Μπαχρέιν.

Σουνισμός: δόγμα της πλειοψηφίας του κόσμου των μουσλμάνων (περίπου το 85%) που έχουν σημείο αναφοράς του το παράδειγμα του Προφήτη και την πλειοψηφική νιομικη παράδοση της κοινότητας.

Σούρα: η πρακτική της «συνδιάσκεψης» που το Κοράνι προτείνει στο μονάρχη.

Σούφι: μουσουλμάνος μυστικιστής

Τακφίρ: αφορισμός.

Ταλιμπάν (πληθ. του Περσικού ταλέμπ): φοιτητής θρησκευτικής σχολής, ειδικά οι Αφγανοί φοιτητές από τους μεντρεσέδες των ντεομπάντι.

Ταμπλίγ: «διάδοση της πίστης». Συγκοπτόμενο όνομα ενός ισλαμιστικού κινήματος που ιδρύθηκε στην Ινδία το 1927.

Τζαμάα: σύνδεσμος, ομάδα, εταιρεία.

Τζαχιλίγια: περίοδος που προηγήθηκε της αποκάλυψης του ισλάμ στην Αραβία, όπου κυριαρχούσε η ειδωλολατρία.

Τζιχάντ: προσπάθεια διάδοσης του Ισλάμ, στο εσωτερικό του ατόμου, στην κοινωνία ή στον κόσμο, με κάθε μέσο. «Νόμιμος πόλεμος». «ιερός» που ορίζεται από τη Σαρία κατά των απίστων.

Φακίχ: νομικός εξειδικευμένος στην επιστήμη του μουσλμανικού δικαίου (φικχ)

Φάτουα: δικαστική απόφαση που στηρίζεται στα ιερά κείμενα του Ισλάμ, ανταποκρινόμενη σε μια συγκεκριμένη περίπτωση.

Φελάχ: χωρικός

Φενταγίν (πληθ. του φεντάι): αγνωιστής έτοιμος να θυσιαστεί για ιερό σκοπό.

Φίτνα: αταξία, εξέγερση που διασπά τις τάξεις της κοινότητας των Πιστών.

Χαλάλ: «νόμιμο» από την άποψη του φικχ (αντίθετη έννοια: χάραμ)

Χάλουα: εγγύτητα (άπρεπη) μεταξύ δύο μη παντρεμένων ατόμων.

Χανεφίτες (χανάφι): μια από τις τέσσερις νομικές σχολές του σουνητικού Ισλάμ, που συναντάται κυρίως στον Τουρικό και τον Ινδικό κόσμο.

Χανμπαλίτες: μια από τις τέσσερις νομικές σχολές του σουνητικού Ισλάμ, που συναντάται κυρίως στη Σαουδική Αραβία. Χαρακτηρίζεται από ακραία αυστηρότητα και μια κατά γράμμα ερμηνεία των κειμένων. Επηρέασε πολύ το ισλαμιστικό κίνημα.

Χαριζίσμ: ένταξη σε μια ισλαμική σέκτα που αποβάλλεια από την κοινότητα κάθε αμαρτωλό.

Χαρμπ (νταρ ελ): «πόλεμος» Στο Ισλαμικό δόγμα, γη της «απιστίας» (βλ. Κούφρ) όπου είναι νόμιμο να διεξαχθεί τζιχάντ.

Χατζ: προσκύνημα στη Μέκκα. Ένας από τους πέντες πυλώνες του ισλάμ, διεξάγεται στη διάρκεια ενός ειδικού μήνα στο ημερολόγιο της εγίρας και σύμφωνα με μια λεπτορειακά κωδικοποιημένη τελετουργία.

Χεζμπ: «κόμμα»

Χεζμπολάχ: «κόμμα του θεού», κυρίως στον Ιράν και στο Λίβανο.

Χέζρα: «εγίρα» φυγή του Προφήτη από τη Μέκκα στη Μεδίνα, ιδρυτική του Ισλάμ και σημείο αφετηρίας του μουσλανικού ημερολογίου το Σπετέμβριο 622.

Χιτζάμπ: γυναικεία μαντίλα.

Χιτίστ: από το χιτ («τοίχος»): νεαρός άνεργος που στηρίζεται στον τοίχο (Αλγερία).

Χουντούντ: «νομικές ποινές», τιμωρίες που ορίζει ο θρησκευτικός νόμος.

Advertisements