Η σκαπάνη της εξουσίας

5be5f-4-01-6-21cea0ce9fcea1ce95ce99ce91cea7ce99ce99ce9cce95cea104Δεν ξέρουμε αν το θυμάστε, πριν περίπου ένα χρόνο χιλιάδες τηλεθεατές βρίσκονταν καθηλωμένοι στις οθόνες των τηλεοράσεων περιμένοντας να αποκαλυφθεί το πρόσωπο στο οποίο άνηκε ο σωρός με τα κόκκαλα που βρέθηκε τυχαία σε κάποια γωνία του αρχαιολογικού χώρου της Αμφίπολης. Μια εθνική τραγωδία, ένα εθνικό δράμα ξετυλίχτηκε μπροστά στα μάτια μας.. Μία αρχαιολόγος (η Περιστέρη), ένας ακροδεξιός πρωθυπουργός (ο Σαμαράς), και μία κάπως άκυρη δημοσιογράφος (η Παναγιωταρέα), μας υπενθύμησαν την βασική λειτουργία της αρχαιολογίας, την εμπέδωση του ρομαντικού εθνικισμού και των πολιτικών κατευθύνσεων που αυτός οργανώνει..

Παρακάτω ένα (αδημοσίευτο) κείμενο από το συμβούλιο για τη διάδοση του γκρίζου, και ένα κείμενο από το Τεύχος #92 του περιοδικού Sarajevo, που δοκιμάζουν μια αρχαιολογία της αρχαιολογίας. Και μια πολιτική απάντηση από την Εργατική Αντιφαστική Δράση.

Το φτυάρι της εξουσίας

Στο αντι- νο4 προσπαθήσαμε να αναδείξουμε ακόμα ένα μικρό επεισόδιο από την συμβολή του Πανεπιστημίου στην οργάνωση και κατασκευή της «ιδιαίτερης ελληνικής φυσιογνωμίας». Με άλλα λόγια, την θεμελίωση του ελληνικού έθνους και της συνέχειας του, στην ίδια την φυσιολογία του «ελληνικού σώματος» και την γραμμική εμφανή ή υπόγεια παρουσία της στον χρόνο. Το «ανθρωπολογικό εργαστήριο», αποτέλεσε την δομή του Πανεπιστημίου που ανέλαβε να φέρει εις πέρας την παραπάνω υπόθεση, λαμβάνοντας ως πρώτη ύλη σωρούς από κόκκαλα. Οι στοίβες αυτές ή μάλλον τα χέρια και τα φτυάρια που τις έβγαζαν από το χώμα, θα μας απασχολήσουν σε αυτό το κείμενο. Βλέπεται αντίστοιχα χέρια και αντίστοιχα φτυάρια φαίνεται πως σχεδόν δύο αιώνες μετά ξεθάβουν τους σκοπούς του ελληνικού ιμπεριαλισμού, δουλεύοντας για την εθνική ιστορία. Σπουδή στον νέο- ολοκληρωτισμό το λέμε εμείς, και θα δούμε το γιατί.

Το θέμα μας λοιπόν είναι η ελληνική αρχαιολογία, και πιο συγκεκριμένα η «εν Αθήναις αρχαιολογική εταιρία» , η κρατικοποίηση της και η αναρρίχηση της στο πλέγμα εξουσίας. Την 6η Ιανουαρίου του 1837 με την πρωτοβουλία ενός βαρώνου από την Βιέννη, του Κ. Μπέλλιου και την συμφωνία του Υπουργού Παιδείας Ιακωβάκη και του τμηματάρχη του Υπουργείου Παιδείας Α. Ραγκάβη, ιδρύεται στην Αθήνα η «Αρχαιολογική Εταιρεία» συμπεριλαμβάνοντας 66 ακόμα διακεκριμένους αστούς. Η πρώτη της συνέλευση (28 Απριλίου του 1987), όπως και η επετειακή της συνεδρίαση (τέλη Μαρτίου) γίνονται στην ακρόπολη. Στο επίκεντρο των διακηρύξεων της εταιρείας, οι ιδρυτές της τοποθετούν «τη σύνδεση του νέου ελληνικού κράτους και των νέων Eλλήνων με την κλασική ελληνική αρχαιότητα της οποίας ήταν οι κατευθείαν απόγονοι και συνεχιστές, αφού μιλούσαν την ίδια γλώσσα και κατοικούσαν τον ίδιο τόπο, την υπεράσπιση του νέου έθνους και κράτους από εκείνους που το υπέβλεπαν» «υπέρ της αναγεννήσεως της αρχαίας πολιτικής υπάρξεως της ελλάδας» (Καλλιόπη Παυλή 2014, 54). Ήδη λοιπόν, από την εκκίνηση της η «αρχαιολογική εταιρεία» διατηρούσε την συνείδηση πως η εργασία της εγγραφόταν στην απόπειρα συγκρότησης του ελληνικού έθνους- Κράτους, ενός σκοπού στον οποίο συνεισέφερε τα 2/3 του προγράμματος σπουδών του το Φιλολογικό τμήμα της Φιλοσοφικής σχολής (Γαβρόγλου, Καραμανωλάκης, Μπαρκούλα 2014, 15). Πέρα από το ιδιαίτερο ενδιαφέρον τους για την κλασική αρχαιότητα και την σημασία της για την ιστορική νομιμότητα και την συγκρότηση του ελληνικού Κράτους, τα μέλη της «αρχαιολογικής εταιρίας» προέρχονταν από την αστική τάξη της αθήνας, γεγονός που διασφαλιζόταν από την πολύ υψηλή και υποχρεωτική οικονομική ετήσια εισφορά των μελών της (15- 36 δραχμές). Ενώ στο δεύτερο καταστατικό της εταιρίας (1848) εμφανίζεται και η πρόσδεση της στο πλέγμα εξουσίας «υπό την άμεσον προστασία της Α. Μ. του Βασιλέως της Ελλάδος».

Μπορούμε λοιπόν, από τα παραπάνω να κατανοήσουμε την λειτουργία της εξουσίας της αρχαιολογίας: εδραίωνε την ιστορική αναγκαιότητα της ύπαρξης του ελληνικού κράτους, νομιμοποιούσε τον Βαυαρό Βασιλιά ως κομμάτι της ελληνικής εθνικής αφήγησης, συναρτώντας τις λειτουργίες της στο συμφέρον της ελληνικής αστικής τάξης. Έτσι δεν μπορεί να εκπλήσσεται καμία/κανείς για την κλήση του βασιλιά Γεώργιου από τον ειδικό έφορο αρχαιοτήτων Π. Καββαδία «να ξεθάψει και να σκουπίσει με σφουγγάρι το κεφάλι μιας Κόρης» (Καλλιόπη Παυλή 2014, 55) σε ειδική τελετή.

Η πρόσδεση των αρχαιολόγων στο στέμμα δεν είχε μόνο ευτυχή στιγμιότυπα, καθώς μετά τους τριγμούς στην εταιρία του στέμματος μεγάλο μέρος των προσόδων που έφταναν στο ταμείο των αρχαιολόγων από το «λαχείον υπέρ των αρχαιοτήτων», κατευθύνθηκαν στο «Αρχαιολογικό Ταμείο» που είχε ιδρυθεί σε ανταγωνισμό με την «αρχαιολογική εταιρία». Παρά την ανακατάταξη των χρηματοδοτήσεων η «αρχαιολογική εταιρία» διατήρησε την παρουσία της στο πλέγμα των εξουσιών, συμμετέχοντας στην διαδικασία αλλαγής των τοπωνυμίων που είχε ξεκινήσει από τον Όθωνα το 1834 και συνεχίστηκε την Άνοιξη του 1909 από τον αρχαιολόγο Χ. Τσούντα (γραμματέα του Ταμείου Αρχαιοτήτων), τον φιλόλογο- γυμνασιάρχη Γ. Σωτηριάδη (μετέπειτα πρόεδρο της «Αρχαιολογικής εταιρίας» και τον καθηγητή Ιστορίας Σπ. Λάμπρο που συμμετείχαν στην «επιτροπή της Ονοματοθεσίας Χωρίων και Πόλεων της Ελλάδος». Η οποία γνωμοδότησε πως «τα βάρβαρα ονόματα και τα κακόφωνα ελληνικά» έχουν «επιβλαβή μορφωτικήν επήρειαν» και παραπλανούν «περί της εθνικής συστάσεως των οικισμών, καθώς «ξενικά ονόματα ηδύναντο να εκληφθώσιν ως μαρτυρούντα και ξενικήν καταγωγήν».

Πως όμως τα δίκτυα που συνοπτικά περιγράψαμε αποτυπώθηκαν στο ερευνητικό και επιστημονικό έργο της Αρχαιολογικής Εταιρίας ή καλύτερα: τι γνώση παρήγαγε η διαπλοκή της εξουσίας των αρχαιολόγων με αυτήν του κράτους και της αστικής τάξης; Η αρχαιολογική εταιρία προκειμένου να εντοπίσει το νήμα της κλασικής αρχαιότητας στα βάθη του εδάφους της Αθήνας, κατέστρεψε τον Φράγκικο Πύργο των προπυλαίων, τον ναό της μεγάλης παναγίας στην βιβλιοθήκη του Ανδριανού, τα μουσουλμανικά τεμένη και νεκροταφεία που βρίσκονταν στην Αθήνα, ενώ από το σύνολο 129 βυζαντινών και υστεροβυζαντινών ναών που ως το 1821 σώζονταν στην Αθήνα έμειναν μόνο 24 που δεν κατεδαφίστηκαν κατά την ρυμοτόμηση της πόλης ή δεν υπέστησαν αλλοιώσεις στις προσόψεις τους. Η σκαπάνη της αρχαιολογίας λοιπόν, ανέλαβε να φέρει στο φως μια εκδοχή της Αθήνας, εμπειρικά συνεπή με το δόγμα της διακυβέρνησης που παρουσίαζε την κλασική αρχαιότητα ως το «άμεσο» ιστορικό προηγούμενο του ελληνικού κράτους. Όλα αυτά βέβαια πριν προστεθεί στο πλέγμα των εξουσιών η Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρία (ιδρύεται το 1884) και μαζί της και το Βυζάντιο ως πτυχή της ελληνορθόδοξης εθνικής συνέχειας.

Υπάρχει μια εκκρεμότητα, και αυτό γιατί η Αρχαιολογική Εταιρία δεν βοήθησε μονάχα στην παραγωγή μιας εργατικής τάξης προσαρτημένης φαντασιακά στην εθνική ιδέα, αλλά παράλληλα ετοιμαζόταν να ενταχθεί λειτουργικά και στις διεκδικήσεις της ελληνικής αστικής τάξης στην Ανατολή. Η απόβαση της 1ης μεραρχίας του Α’ σώματος στρατού με την ονομασία «στρατός κατοχής Σμύρνης» το πρωί του Μαΐου του 1919 στο λιμάνι της Πούντας, μετακίνησε το ενδιαφέρον των αρχαιολόγων στην κατεύθυνση της τεκμηρίωσης της ελληνικής πολιτισμικής ανωτερότητας και ηγεμονίας εντός τους μωσαϊκού πολιτισμών και ταυτοτήτων των ανατολικών παραλίων της Μεσογείου. Μια ανωτερότητα που δεν θα μπορούσε να σημαίνει τίποτα περισσότερο από την απόπειρα της ελληνικής αστικής τάξης να κερδίσει έδαφος έναντι των ανταγωνιστών της στην περιοχή. Έτσι κρίθηκε απαραίτητη η έρευνα «προς διάσωσιν και περισσυλογήν των οπουδήποτε της Μικρασιατικής χώρας εν υπαίθρων κατεσπαρμένων κινητών αρχαίων» και «προς εκτέλεσιν ανασκαφών χάριν μελέτης των αρχαίων ελληνικών πόλεων της Ασίας» (Καλλιόπη Παυλή 2014, 70).

Οι συστηματικές ανασκαφές άρχισαν το καλοκαίρι του 1921, λαμβάνοντας μεγάλο κομμάτι του προϋπολογισμού του ελληνικού κράτους (για τότε και για τώρα, το λεφτά για την παιδεία και όχι για βόμβες μοιάζει αφελές..). Για παράδειγμα η αρχαιολογική έρευνα του Γ. Σωτηρίου χρηματοδοτήθηκε με 10 χιλιάδες δραχμές και όταν το ποσό εξαντλήθηκε (στις πρώτες 23 ημέρες), το έργο «ανέλαβαν να φέρουν εις πέρας» Ελληνές και Τούρκοι κρατούμενοι σε φυλακές της Σμύρνης και της Μαγνησίας. Με αντίστοιχο τρόπο βρέθηκαν και οι εργαζόμενοι ως καθαριστές στους αρχαιολογικούς χώρους της Περγάμου και της Εφέσου. Τα ευρήματα που ανασύρονταν από τις αρχαιολογικές έρευνες αλλά και κατά την εκτέλεση δημόσιων έργων υπό την αιγίδα της Ελληνικής Αρμοστίας, αρχικά αποθηκεύονταν απευθείας στην Ευαγγελική σχολή και στην συνέχεια σε αυλές δικαστικών κτηρίων και σχολείων. Παράλληλα, η Ελληνική διοίκηση κατέστη υπεύθυνη για την χορήγηση αδειών για τις ανασκαφές.

Δεν χρειάζεται να πούμε περισσότερα, καθώς είναι περισσότερο από εμφανές πως τα σημεία και το βάθος των ανασκαφών δεν είναι προϊόντα της δημιουργικής φαντασίας των αρχαιολόγων. Αντίθετα αποτελούν κομβικά σημεία για την χάραξη και την εμπέδωση των στρατηγικών της διακυβέρνησης μέσα σε διαφορετικές συγκυρίες. Το παρελθόν της αρχαιολογίας και των οργανώσεων των αρχαιολόγων είναι αποκαλυπτικό της τρέχουσας συγκρότησης της αρχαιολογικής επιστήμης και των επιστημόνων, των σκοπών και των χορηγών τους. Ταυτόχρονα όμως αποκαλύπτουν και τις αιτίες μας όταν στεκόμαστε απέναντι τους, είτε πάνε στην Αμφίπολη είτε διδάσκουν σε κάποιο αμφιθέατρο.
Ακουλουθεί το κείμενο από το τεύχος 92 του περιοδικού Sarajevo με τίτλο «Αρχαιολογία και εθνικισμός«.

Εν τέλει ο τάφος στην Αμφίπολη δεν δικαίωσε τις προσδοκίες όσων περίμεναν να βρεθεί εκεί, θαμμένη αλλά σε καλή κατάσταση, δίπλα σε κάποιο ένδοξο νεκρό, η σημαία του ελληνικού κράτους. Ο τάφος είχε συληθεί (κάτι που δεν προβλήθηκε) στερώντας τους αρχαιολόγους από ευρήματα πάνω στα οποία θα μπορούσε να στηθεί η επιστήμη (ή η μυθολογία) τους. Μόνο κόκκαλα. Κι από πολλούς νεκρούς – ούτε καν ολόκληροι σκελετοί (πράγμα που σημαίνει ότι οι τυμβωρύχοι είχαν σκορπίσει τα πάντα ψάχνοντας για το ελάχιστο πολύτιμο). Τον λόγο πια (την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές) τον έχουν οι βιοτεχνολόγοι. Ίσως το dna δείξει κάποια κοντινή ή μακρινή συγγένεια με τον (σύντομης διάρκειας) βασιλικό οίκο των μακεδόνων. Όμως έτσι ή αλλιώς τα κόκκαλα θα καταλήξουν σε μια χαρτόκουτα σε κάποιο υπόγειο αρχαιολογικής υπηρεσίας.

Βρήκαμε μια ενδιαφέρουσα διάλεξη, που δείχνει την σχέση (και τα αδιέξοδα της σχέσης) μεταξύ αρχαιολογίας και εθνικισμού, που δεν αφορά την ελληνική περίπτωση. Αλλά μια παρόμοια: την περίπτωση του ισραηλινού κράτους. Υπάρχουν μερικά σημαντικά κοινά (και κάμποσες διαφορές) ανάμεσα στο ελληνικό και στο ισραηλινό δίπολο “εθνικισμός – κράτος / αρχαιολογία”. Όπως έχουμε δείξει αναλυτικά αλλού [1] το ελληνικό κράτος συγκροτήθηκε σαν τέτοιο σ’ αυτήν την άκρη της χερσόνησου του Αίμου πάνω σε ένα ιδεολογικό επιχείρημα: της (φυλετικής και άρα “εθνικής”) ιστορικής συνέχειας ανάμεσα στις πόλεις – κράτη του 5ου και του 4ου π.χ. αιώνα και τους κατοίκους των ίδιων περιοχών στις αρχές του 19ου μ.χ. Το χρονικό άλμα / ιστορικό χάσμα είναι απίστευτου μεγέθους, και είναι πιθανό πως δεν υπάρχει όμοιό του στην (ιδεολογική) συγκρότηση των αστικών κρατών οπουδήποτε στον κόσμο.
Αυτό το τεράστιο κενό 23 ή 24 αιώνων έπρεπε, λοιπόν, κάπως να γεμίσει. Και γέμισε άρον άρον, με απίστευτες ακροβασίες· η πιο εντυπωσιακή είναι το θεώρημα περί “ελληνοχριστιανικού πολιτισμού”. Μια άλλη ακροβασία, που έχει αποδεχθεί επί δεκαετίες κρίσιμη για γεωπολιτικούς λόγους, είναι η άμεση φυλετική (και άρα “εθνική”) συνέχεια μεταξύ των πόλεων – κρατών του 5ου και του 4ου π.χ. αιώνα και του σύντομης διάρκειας μακεδονικού βασιλικού οίκου που ξεκινάει απ’ τον Αμύντα τον 3ο, συνεχίζει με τον Φίλιππο τον 2ο και τελειώνει με τον Αλέξανδρο, τον επονομαζόμενο “μέγα”.
Υπάρχουν άφθονα στοιχεία που δείχνουν ότι οι μακεδόνες ήταν άλλο φύλο σε σχέση με τους πληθυσμούς των πόλεων – κρατών του νότου ή των αιγαιϊκών παραλίων. Η ελίτ τους εξελληνίστηκε όντως πολιτιστικά, χάρη στον Φίλιππο τον 2ο, όταν άρχισε εδαφική επέκταση του βασιλείου – αλλά ως εκεί. Κατά συνέπεια εκείνο που (κατά την νεοελληνική εθνικιστική αντίληψη) αποδεικνύει πέρα από κάθε αμφιβολία την “ελληνικότητα” των μακεδόνων βασιλέων εκείνης της περιόδου, είναι η ανακάλυψη των τάφων τους. Εάν βρίσκονται εντός της απ’ τις αρχές του 20ου αιώνα επικράτειας του ελληνικού κράτους, τότε ήταν έλληνες (και θάφτηκαν εκεί που ένοιωθαν πιο οικεία…) Συνεπώς οι αρχαιολόγοι έπρεπε να γίνουν οι σημαιοφόροι αυτής της απίθανης εκστρατείας ανάποδα στο χρόνο, κι αυτό έγινε ιδιαίτερα έντονα μετά το 1974.

Αντίστοιχα προβλήματα, ίσως πιο κρίσιμα από (γεω)πολιτική άποψη, είχε και το πολύ πιο καινούργιο ισραηλινό κράτος. Προκειμένου να νομιμοποιηθεί η κατασκευή του στην συγκεκριμένη περιοχή του κόσμου (στην επί αιώνες μουσουλμανική / αραβική άκρη της ανατολικής μεσογείου) έπρεπε να δημιουργηθεί η αντίστοιχη μυθολογία “προαιώνιου” δικαιώματος στην περιοχή. Σαν εφόδιο υπήρχε η βιβλική αφήγηση (μια παραλλαγή της οποίας ενσωματώθηκε στον χριστιανισμό σαν “παλαιά διαθήκη”) – αλλά ήταν ένα αδύναμο εφόδιο για τα δεδομένα του 20ου αιώνα. Χρειάζονταν επειγόντως αρχαιολογικά ευρήματα – σίγουρα στην επικράτεια του ισραηλινού κράτους. Μνημεία, ένδοξοι τάφοι, οτιδήποτε θα επιβεβαιώνε την αφήγηση της βίβλου. Και πάλι οι αρχαιολόγοι έγιναν οι σημαιοφόροι της νομιμοποίησης του ισραηλινού κράτους· τόσο πιο έντονα όσο το Τελ Αβίβ πέταγε στα σκουπίδια τους πολιτικούς όρους (απόφαση του οηε) της διεθνούς γέννησης και αναγνώρισης του κράτους του ισραήλ.

Ο Uri Avnery (αρχικό όνομα Helmut Ostermann) γεννήθηκε σε ένα μεσοαστικό σπίτι στη γερμανία το 1923. Οι γονείς του μετακόμισαν βιαστικά στην υπό αγγλική διοίκηση Παλαιστίνη το 1933 μετά την άνοδο των ναζί στην εξουσία. Παράτησε το σχολείο στα 14 του, στα 15 του εντάχτηκε σε μια μιλιταριστική εθνικιστική παραστρατιωτική οργάνωση που έκανε επιθέσεις εναντίον των αράβων της παλαιστίνης [2], αλλά θεωρήθηκε μικρός για να εμπλακεί σε στρατιωτικές ενέργειες, οπότε του ανατέθηκαν πολιτικά καθήκοντα. Στα 19 του (το 1942) έφυγε απ’ την οργάνωση διαφωνώντας με τις ανοικτά τρομοκρατικές ενέργειες (βόμβες, εμπρησμοί, δολοφονίες, κλπ) του Irgun, και αργότερα ακολούθησε μια ιδεολογική διαδρομή που, με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, θα μπορούσε να θεωρηθεί “σοσιαλδημοκρατική / liberal αριστερή” – ειδικά σε ότι αφορούσε την σχέση μεταξύ του ισραηλινού κράτους και των παλαιστινίων. Διετέλεσε και βουλευτής την δεκαετία του ‘60.
Στα τέλη του περασμένου Δεκέμβρη, στα 92 χρόνια του, ο Uri Avnery έδωσε την πιο κάτω διάλεξη, σ’ ένα συνέδριο του ισραηλινού κολλεγίου Kinneret, που είχε θέμα: ο ακρογωνιαίος λίθος της ύπαρξής μας: η σχέση αρχαιολογίας και ιδεολογίας. Η άποψη του Avnery (και άλλων) είναι γνωστή στο ισραήλ, αλλά εξαιρετικά μειοψηφική – και θα φανεί στη συνέχεια το γιατί. Το ενδιαφέρον είναι πως η βιβλική μυθολογία περί εβραίων, την οποία απλά αποκαθηλώνει ο Avnery (κι όχι μόνον αυτός άλλωστε) θεωρείται πραγματική ιστορία όχι μόνο απ’ τους νομοταγείς υπηκόους του ισραηλινού κράτους, αλλά χάρη στον χριστιανισμό και την “παλαιά διαθήκη”, και σε πάμπολλα εκατομμύρια μη – εβραίων, συμπεριλαμβανόμενων και των άρρωστων αντι-εβραίων.

Καταρχήν θέλω να σας ευχαριστήσω για την πρόσκλησή σας να μιλήσω σ’ αυτό το σημαντικό συνέδριο. Δεν είμαι καθηγητής ούτε διδάκτορας. Η αλήθεια είναι ότι ο υψηλότερος μορφωτικός τίτλος που πέτυχα στη ζωή μου ήταν να τελειώσω την 1η γυμνασίου. Αλλά όπως και πολλοί άλλοι απ’ τη γενιά μου, απ’ τα πρώτα χρόνια της νιότης μου, έδειξα έντονο ενδιαφέρον για την αρχαιολογία. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω το γιατί.
Όταν πολλοί αναρωτιούνται για την σχέση μου με την αρχαιολογία, μερικοί σκέφτονται τον Moshe Dayan. Μετά τον πόλεμο του Ιούνη του 1967, ο Dayan ήταν εθνικό – μπορεί και διεθνές – ίδαλμα. Ήταν επίσης γνωστός για την προσήλωσή του στην αρχαιολογία.
Το περιοδικό που εξέδιδα, το “Haolam Hazeh”, ερεύνησε τις δραστηριότητές του και αποκάλυψε ότι ήταν ιδιαίτερα καταστροφικές. Ξεκίνησε σκάβοντας μόνος του, και συγκεντρώνοντας αρχαία απ’ όλη τη χώρα. Αλλά εφόσον ο βασικός σκοπός της αρχαιολογίας δεν είναι απλά το να ανακαλύπτει λείψανα του παρελθόντος αλλά επίσης να τα χρονολογεί και, μέσω της χρονολόγησης, να διαμορφώνει μια εικόνα για την ιστορία κάθε συγκεκριμένης τοποθεσίας, οι ανεξέλεγκτες ανασκαφές του Dayan προκάλεσαν χάος. Το γεγονός ότι για τις ανασκαφές του χρησιμοποιούσε υποδομές του στρατού και φαντάρους έκανε τα πράγματα ακόμα χειρότερα.
Στη συνέχεια ανακαλύψαμε πως όχι μόνο ο Dayan ιδιοποιούνταν τα αρχαία που έβρισκε (τα οποία σύμφωνα με το νόμο ανήκουν στο κράτος) και τα αποθήκευε στο σπίτι του, αλλά ότι έγινε ένας διεθνής έμπορος, κι έγινε πλούσιος πουλώντας κομμάτια “απ’ την προσωπική συλλογή του Moshe Dayan”. Αυτό λέγεται αρχαιοκαπηλεία.
Το γεγονός ότι δημοσιοποίησα αυτά τα γεγονότα και το γεγονός ότι έγιναν θέμα στη βουλή, μου εξασφάλισε μια μοναδική διάκριση. Εκείνη την εποχή ένα ιδρύμα ερευνών κοινής γνώμης αναδείκνυε κάθε χρόνο το “πιο μισητό πρόσωπο” στο Ισραήλ. Την χρονιά των αποκαλύψεων η τιμή έγινε σε μένα.

Ωστόσο η σημαντική ερώτηση δεν είναι τώρα η ηθική του Dayan αλλά ένα πολύ σημαντικότερο ζήτημα: γιατί ο Dayan και τόσοι πολλοί απ’ την γενιά μου, εκείνους τους καιρούς, είχαν τόσο ενδιαφέρον για την αρχαιολογία, μια επιστήμη που από πολλούς ανθρώπους θεωρείται βαρετή; Για μας είχε μια προφανή σημασία.
Εκείνη η σιωνιστική γενιά ήταν η πρώτη που γεννήθηκε σ’ αυτή τη χώρα (αν και εγώ είχα γεννηθεί στη Γερμανία). Για τους γονείς τους η Παλαιστίνη ήταν μια αφηρημένη πατρίδα, μια γη που την είχαν ονειρευτεί στις συναγωγές της Πολωνίας και της Ουκρανίας. Για τους γυιούς και τις κόρες τους ήταν, αντίθετα, η φυσική τους πατρίδα. Και εκείνη η πρώτη γενιά έψαχνε για ρίζες. Έψαχνε σε κάθε γωνιά, περνούσε νύχτες και νύχτες γύρω από μια φωτιά στα στρατόπεδα, για να γνωρίσει κάθε λόφο και κοιλάδα της νέας γης.
Γι’ αυτή τη γενιά το Ταλμούδ και όλα τα ιερά κείμενα ήταν βαρετά. Το Ταλμούδ συντρόφευσε τους εβραίους της διασποράς επί αιώνες, αλλά δεν περιλάμβανε τίποτα ενδιαφέρον για εδώ. Αντίθετα η εβραϊκή βίβλος συγκέντρωνε απεριόριστο θαυμασμό, όχι σαν ιερό βιβλίο (όλοι μας είμασταν άθεοι τότε) αλλά σαν ένα χωρίς όμοιό του κορυφαίο δείγμα του εβραϊκού λόγου.

Μιας και, επίσης, ήταν η πρώτη γενιά για την οποία τα εβραϊκά ήταν πια η μητρική γλώσσα, ερωτεύτηκαν την ζωντανή, συμπαγή γλώσσα της εβραϊκής βίβλου. Η πολύ πιο περίτεχνη και αφηρημένη γλώσσα του Ταλμούδ και των μεταγενέστερων βιβλίων τους απωθούσε. Τα βιβλικά γεγονότα είχαν συμβεί στη χώρα που τώρα βρίσκονταν. Οι βιβλικές μάχες είχαν γίνει στις κοιλάδες στις οποίας ζούσαν, οι βασιλιάδες είχαν κυβερνήσει και ταφεί σε τοποθεσίες που μάθαιναν. Κοιτούσαν τη νύχτα τα αστέρια στο Megiddo, εκεί όπου οι Αιγύπτιοι έδωσαν την πρώτη καταγραμμένη μάχη στην ιστορία (και όπου, σύμφωνα με την χριστιανική καινή διαθήκη, θα γίνει η τελευταία μάχη, η μάχη του Αρμαγεδώνα). Στέκονταν στο όρος Carmel, όπου ο προφήτης Ηλίας είχε σφάξει τους ιερείς του Βaal. Πήγαιναν στη Χεβρώνα όπου είχε ταφεί ο Αβραάμ, απ’ τους δύο γυιούς του, τον Ισμαήλ και τον Ισαάκ, που έγιναν οι γεννήτορες των αράβων και των εβραίων.
Αυτή η συναισθηματική προσέγγιση στη χώρα δεν ήταν προ-οργανωμένη. Στην πραγματικότητα η παλαιστίνη δεν έπαιξε κανένα ρόλο στη γέννηση του σύγχρονου πολιτικού σιωνισμού. Όπως έχω ξαναπεί, ο θεμελιωτής του, ο Theodor Herzl, δεν είχε στο μυαλό την παλαιστίνη όταν εφηύρε αυτό που έγινε στη συνέχεια γνωστό σαν σιωνισμός. Αντίθετα μισούσε την παλαιστίνη και το κλίμα της. Ειδικά μισούσε την Ιερουσαλήμ, που στα μάτια του φάνταζε σαν μια ηλίθια και βρώμικη πόλη.
Στην πρώτη εκδοχή της ιδέας του, την οποία παρουσίασε στην οικογένεια Rothschild, η γη των ονείρων του ήταν η Παταγωγία, στην αργεντινή. Εκεί είχε γίνει λίγο νωρίτερα μια γενοκτονία, και η περιοχή ήταν σχεδόν άδεια. Ήταν οι απόψεις των ιουδαίων της ανατολικής ευρώπης που ανάγκασαν τον Herzl να αλλάξει προσανατολισμό και να στρέψει τις στοχεύσεις του προς τη μεριά της παλαιστίνης. Στο θεμελιώδες βιβλίο του Der Judenstaat (“το εβραϊκό κράτος”) το σχετικό κεφάλαιο ήταν μικρότερο από μια σελίδα, και είχε τίτλο “παλαιστίνη ή αργεντινή”. Ο αραβικός πληθυσμός της παλαιστίνης δεν αναφερόταν καν.

Απ’ την στιγμή που το σιωνιστικό κίνημα έστρεψε  ην προσοχή του προς την παλαιστίνη, η αρχαία ιστορία αυτής της περιοχής έγινε ένα καυτό θέμα. Οι αιτιάσεις του σιωνισμού για την παλαιστίνη βασίζονταν αποκλειστικά στην βιβλική ιστορία της Εξόδου, στην κατάληψη της Χαναάν, στα βασίλεια του Σαούλ, του Δαβίδ και του Σολομώντα, και στα γεγονότα εκείνης της εποχής. Απ’ την στιγμή που σχεδόν όλοι οι θεμελιωτές του σιωνισμού ήταν ορκισμένοι άθεοι, δύσκολα θα μπορούσαν να πεισθούν μέσα τους απ’ το “γεγονός” ότι προσωπικά ο θεός υποσχέθηκε αυτή τη γη στους διαδόχους του Αβραάμ.
Έτσι, με την άφιξη των σιωνιστών στην παλαιστίνη, άρχισε μια ξέφρενη αρχαιολογική εκστρατεία. Η χώρα άρχισε να σκάβεται σε αναζήτηση πραγματικών επιστημονικών αποδείξεων ότι η βιβλική ιστορία δεν ήταν ένα ράφι παραμυθιών, αλλά μια αληθινή ένθεη ιστορία. Οι χριστιανοί σιωνιστές ξεκίνησαν αυτήν την προσπάθεια ακόμα νωρίτερα. Άρχισε μια επική επίθεση στα αρχαιολογικά μνημεία. Τα ανώτερα στρώματα όπου υπήρχαν μνημεία των οθωμανών και των μαμελούκων, των αράβων και των σταυροφόρων, των βυζαντινών, των ρωμαίων, των ελλήνων και των περσών, όλα αυτά ξεπατώθηκαν, με σκοπό να ανακαλυφθεί το ακόμα πιο παλιό αρχαιολογικό στρώμα, των παιδιών του ισραήλ και των αποδείξεων της βιβλικής αλήθειας.
Έγιναν τεράστιες προσπάθειες. Ο David Ben-Gurion, αυτόδιδακτος ερμηνευτής της βίβλου, ήταν ο επικεφαλής της εκστρατείας. Ο αρχηγός του επιτελείου Yigael Yadin, γυιός αρχαιολόγου και επαγγελματίας αρχαιολόγος ο ίδιος, έσκαψε διάφορες τοποθεσίες με αρχαία μνημεία, για να αποδείξει ότι η κατάκτηση της Χαναάν είχε συμβεί στ’ αλήθεια. Δυστυχώς, δεν βρήκε καμία απόδειξη. Όταν βρέθηκαν λείψανα των στρατιωτών του Bar Kochba σε σπηλιές στην έρημο της Ιουδαίας, ο Ben-Gurion διέταξε την ταφή τους με στρατιωτικές τιμές. Το γεγονός ότι ο Bar Kochba προκάλεσε πιθανόν την μεγαλύτερη καταστροφή στην εβραϊκή ιστορία αποσιωπήθηκε.

Ποιό ήταν το αποτέλεσμα; Τέσσερεις γενιές αφοσιωμένων αρχαιολόγων, με υπερβάλλοντα ζήλο, άφθονα μέσα και μεγάλη υποστήριξη ανακάλυψαν ακριβώς αυτό: τίποτα. Απ’ το ξεκίνημα εκείνης της προσπάθειας μέχρι σήμερα, δεν έχει βρεθεί ούτε ένα ίχνος της αρχαίας ιστορίας όπως περιγράφεται στη βίβλο. Δεν έχει βρεθεί ούτε μια, έστω μία, απόδειξη ότι η έξοδος απ’ την αίγυπτο, η βάση της εβραϊκής ιστορίας, έγινε στ’ αλήθεια. Δεν βρέθηκε τίποτα μετά από 40 χρόνια ανασκαφών στην έρημο. Δεν βρέθηκε καμία απόδειξη της κατάληψης της Χαναάν, όπως περιγράφεται εκτενώς στο βιβλίο του Joshua. Το υποθετικό βασίλειο του Δαβίδ, το οποίο σύμφωνα με την βίβλο εκτεινόταν απ’ την χερσόνησο του Σινά ως τα βόρεια της συρίας, δεν άφησε το παραμικρό ίχνος. (Έχει βρεθεί πρόσφατα μια πινακίδα με το όνομα “Δαβίδ”, αλλά χωρίς να λέει πουθενά ότι επρόκειτο για βασιλιά).
Το ισραήλ εμφανίζεται για πρώτη φορά στα βεβαιωμένα αρχαιολογικά ευρήματα σε ασσυριακές αναφορές, που περιγράφουν μια συμμαχία τοπικών βασιλέων που προσπάθησε να σταματήσει την ασσυριακή προώθηση μέσα στη συρία. Μεταξύ άλλων ο βασιλιάς Ahab του ισράηλ περιγράφεται σαν επικεφαλής μιας αξιόλογης στρατιωτικής δύναμης. Ο Ahab, που κυβερνούσε την περιοχή που σήμερα λέγεται Σαμάρια (στα βόρεια της κατεχόμενης δυτικής όχθης) απ’ το 871 π.χ. ως το 852 π.χ. δεν ήταν σίγουρα ο εκλεκτός του θεού, παρότι η βίβλος τον περιγράφει σαν ήρωα πολέμου. Εν πάσει περιπτώσει είναι αυτός που σηματοδοτεί την εμφάνιση του ισράηλ στην αποδεδειγμένη ιστορία.

Αυτές είναι αρνητικές αποδείξεις, που υποδεικνύουν ότι η πρώιμη βιβλική ιστορία αποτελεί εφεύρεση. Εφόσον δεν έχει βρεθεί πρακτικά κανένα στοιχείο που να τεκμηριώνει κάτι απ’ αυτήν την ιστορία, αποδεικνύεται άραγε επιστημονικά ότι όλα αυτά είναι φανταστικά; Ίσως όχι. Το θέμα είναι όμως ότι υπάρχουν και θετικές, πραγματικές αποδείξεις επ’ αυτού.
Η αιγυπτιολογία είναι ένας επιστημονικός κλάδος που είναι διακριτός απ’ την παλαιστινιακή αρχαιολογία. Αλλά η αιγυπτιολογία αποδεικνύει με σίγουρο τρόπο πως όλη η βιβλική ιστορία ως την εποχή του βασιλιά Ahab είναι, όντως, επινόηση. Ως σήμερα, πολλές δεκάδες χιλιάδες αιγυπτιακών ντοκουμέντων έχουν ανακαλυφθεί, χρονολογηθεί, συσχετιστεί, και η δουλειά αυτή συνεχίζεται ακόμα. Μετά την εισβολή των Υξώς απ’ την ασία στην αίγυπτο, το 1730 π.χ., οι φαραώ της αιγύπτου επένδυσαν πολύ χρήμα και κόπο για να παρακαλουθούν συστηματικά τι συνέβαινε στην παλαιστίνη και την συρία. Κάθε χρόνο, και για πάρα πολλά χρόνια, κατάσκοποι της αιγύπτου, έμποροι και στρατιώτες ανέφεραν με μεγάλες λεπτομέρειες ό,τι γινόταν στις πόλεις της Χαναάν. Αυτά καταγράφονταν, και τα σχετικά αρχεία έχουν βρεθεί. Και δεν υπάρχει εκεί ούτε ένα στοιχείο που να μπορεί να σχετιστεί με αυτά που αναφέρονται σαν γεγονότα στην βίβλο. (Μια και μόνο απλή αναφορά σε “ισραήλ” σε μια αιγυπτιακή στήλη θεωρείται πως αναφέρεται σε μια μικρή περιοχή στα βόρεια της παλαιστίνης). Ακόμα κι αν κάποιος θα ήθελε να πιστεύει ότι η βίβλος απλά διογκώνει πραγματικά γεγονότα, το γεγονός είναι ότι δεν έχει βρεθεί η παραμικρή, έστω και μικρή αναφορά, σε έξοδο, σε κατάληψη της Χαναάν ή σε βασιλιά Δαβίδ. Τίποτα απ’ αυτά δεν υπήρξε.

Είναι σημαντικό αυτό το αρχαιολογικό συμπέρασμα; Ναι και όχι. Η βίβλος δεν είναι αληθινή ιστορία. Είναι ένα μνημειώδες θρησκευτικό και λογοτεχνικό ντοκουμέντο, που ενέπνευσε πολλά εκατομμύρια ανθρώπων μέσα στους αιώνες. Διαμόρφωσε την σκέψη πολλών γενεών εβραίων, χριστιανών και μουσουλμάνων.
Αλλά η ιστορία είναι άλλο πράγμα. Η ιστορία μας λέει τι συνέβη πραγματικά. Η αρχαιολογία είναι ένα εργαλείο της ιστορίας, ένα ανεκτίμητο εργαλείο για να καταλαβαίνουμε τι συνέβη άλλοτε. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές μεθόδους, που δεν μπορούν να ταιριάξουν. Για τους θρήσκους, η βίβλος είναι ζήτημα πίστης. Για τους μη-πιστούς, η εβραϊκή βίβλος είναι ένα σπουδαίο έργο τέχνης. Η αρχαιολογία είναι άλλο πράγμα: είναι ζήτημα συμπαγών, αποδείξιμων γεγονότων.
Τα ισραηλινά σχολεία διδάσκουν την βίβλο σα να είναι η πραγματική ιστορία. Αυτό σημαίνει ότι τα παιδιά μαθαίνουν μόνο τα δικά της περιεχόμενα, είτε είναι αληθινά είτε φανταστικά. Όταν κάποτε έκανα επερώτηση γι’ αυτό το θέμα στη βουλή, ζητώντας να διδάσκεται μια πλήρης και κανονική ιστορία αυτού του μέρους συμπεριλαμβανόμενων των κεφαλαίων για τους σταυροφόρους και τους μαμελούκους, ο τότε υπουργός παιδείας άρχισε να με αποκαλεί “ο μαμελούκος”.
Εξακολουθώ να πιστεύω ότι κάθε νέος σ’ αυτή τη χώρα, ισραηλινός και παλαιστίνιος, θα έπρεπε να μαθαίνει την πλήρη ιστορία της, απ’ τα παλιά χρόνια ως σήμερα, με όλα τα “ιστορικά στρώματα” της. Αυτή είναι η βάση της ειρήνης, ο αληθινός ακρογωνιαίος λίθος της ύπαρξής μας.

Advertisements