ΚΥΚΛΟΙ & ΑΛΛΗΛΟΥΧΙΕΣ ΑΓΩΝΩΝ ΣΤΟΝ ΥΠΕΡΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ, NICK WHITHEFORD

AD04958_0

Το απόσπασμα που ακολουθεί βρίσκεται στο βιβλίο του Nick Whitheford: «Κύκλοι και αλληλουχίες αγώνων στον υπερτεχνολογικό καπιταλισμό» που εκδόθηκε το 2003 από την Λέσχη Κατασκόπων του 21ου αιώνα. Όποιος/α θέλει να βρει ολόκληρη το βιβλίο του Whitheford μπορεί να το δανειστεί από την βιβλιοθήκη της κατάληψης του Αυτοδιαχειριζόμενου στεκιού Νομικής.

Αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης

Οι αντιστάσεις στο κεφάλαιο ξεπηδούν όχι μόνο στους χώρους εργασίας ή στην αγορά και μέσα από άλλα κοινωνικά πεδία –νοικοκυριά, νοσοκομεία, υπηρεσία πρόνοιας, σχολεία και πανεπιστήμια. Οι αυτόνομοι αναλύουν αυτά τα πεδία σαν θέσεις της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, που σημαίνει μέρη όπου οι άνθρωποι ετοιμάζονται και «επισκευάζονται» ώστε να είναι διαθέσιμοι για δουλειά. Αυτή είναι η σφαίρα στην οποία το κεφάλαιο προσπαθεί να διαμορφώσει, να διαχειριστεί και να ανανεώσει τον εφοδιασμό που χρειάζεται σε μυαλά και σε σώματα, σε μυαλά και σώματα που έχουν ταξινομηθεί σε επιλεγμένες κατηγορίες, μυαλά και σώματα που αποτελούν αντικείμενο επένδυσης στο βαθμό που θα υπάρξουν επιστροφές για τα αφεντικά. Σ’ αυτήν την σφαίρα ωστόσο, η δύναμη των αφεντικών, περισσότερο από το να εμφανίζεται γυμνή σαν αυτή είναι που είναι, συνήθως εμφανίζεται μεσολαβημένη από τις δομές του κράτους- λεβιάθαν, το οποίο αναπτύχθηκε τον 20ο αιώνα για τον σχεδιασμό και τον κοινωνικό έλεγχο του εργοστασίου.

Σ’ αυτήν την σφαίρα ωστόσο οι ανθρώπινες επιθυμίες για ζωή πληρέστερη απ’ αυτήν που επιτρέπει η μισθωτή εργασία- καλύτερη υγεία, περισσότερη εκπαίδευση, λιγότερο μόχθο- οδηγεί σε συγκρούσεις. Σε μεγάλο βαθμό οι αγώνες οι σχετικοί με τον μισθό στο εργοστάσιο έχουν παραλληλιστεί με τους αγώνες για τον «κοινωνικό μισθό», επαναπροσανατολίζοντας δημόσιες δαπάνες και θεσμούς του κράτους πρόνοιας  από το να είναι απλά λειτουργικοί για το κεφάλαιο και κάνοντάς του πεδία ενδυνάμωσης της εργατικής τάξης. Στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 οι απαιτήσεις των κοινωνικών κινημάτων για περισσότερη δημοκρατία και υψηλότερες κοινωνικές δαπάνες απείλησαν τα αφεντικά αφενός με μια σοβαρή κρίση κυβερνησιμότητας και αφετέρου με «οικονομική κρίση του κράτους».

Η απάντηση των αφεντικών σ’ αυτές τις απαιτήσεις ήταν η τακτική καμένης γης των νέο- συντηρητικών και νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων, με την συστηματική αποδόμηση κάθε κοινωνικού θεσμού που θα μπορούσε να παρέχει προστασία απέναντι στην τυραννία της αγοράς . Για μια ακόμα φορά η αντεπίθεση  τους περιελάμβανε κεντρικά την εντατική χρήση της τεχνολογίας. Από την αυτοματοποίηση δουλειών στο δημόσιο τομέα μέχρι την ηλεκτρονική δακτυλοσκόπηση όσων είναι δικαιούχοι κοινωνικής πρόνοιας και από τα ηλεκτρονικά βραχιόλια για κρατούμενους μέχρι όλα τα μέσα των μηχανισμών  ασφάλειας στο εσωτερικό των κοινωνιών, οι υπολογιστές, οι τηλεπικοινωνίες, και οι βιοτεχνολογίες αποτέλεσαν τον εξοπλισμοί για την επίθεση στο κράτος πρόνοιας, έτσι ώστε τα όποια έξοδά του να ξαναγίνουν συμβατά με την καπιταλιστική κερδοφορία.

Την ίδια στιγμή, παρά την ρητορική περί ελευθερίας της αγοράς, το κεφάλαιο συνέχισε να προωθεί και να διευρύνει τις κυβερνητικές/κρατικές λειτουργίες που έχουν σχέση με τον σχεδιασμό την χρηματοδότηση και την ασφάλεια της δικής του τεχνοεπιστημονικής ανάπτυξης. Ενώ οι συνθήκες στα σχολεία, στα νοσοκομεία, στα πανεπιστήμια και στα νοικοκυριά χειροτέρευαν, οι επιχειρήσεις συνέχισαν να απαιτούν- περισσότερο από κάθε άλλη φορά- μορφωμένους εργαζόμενους, υγιείς τεχνικούς και παγκόσμιας ακτινοβολίας μοριακούς βιολόγους. Η υποβάθμιση του γενικού κράτους πρόνοιας είχε σαν παράλληλο χειρισμό την δημόσια χρηματοδότηση ιδιωτικών ερευνητικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων- είτε με την μορφή απευθείας κρατικών επιχορηγήσεων, είτε με την μορφή συνεργασίας των πανεπιστημίων, είτε με συμβόλαια με τον στρατό, είτε με ιδιωτικοποιήσεις.

Σε κάθε περίπτωση αυτός ο κανιβαλισμός επί του κράτους πρόνοιας προκάλεσε νέα κινήματα αντίθεσης, διαφορετικά σε θέματα και χαρακτήρα από εκείνα της δεκαετίας του ’60, προερχόμενα από μια μεγάλη ποικιλία κοινοτήτων, αλλά μια αυξανόμενη δικτύωση αλληλεγγύης το ένα με το άλλο. Αρχικά στην άμυνα αυτά κινήματα, οδηγούν στις πλέον εφευρετικές των περιπτώσεων αφενός στη διερεύνηση νέων μορφών συλλογικής ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών, αφετέρου στην ανακάλυψη νέων χρήσεων αλλά και σχεδιασμών για το τεχνολογικό περιβάλλον που τα αφεντικά είχαν εξαπολύσει εναντίον του. Θα δούμε στην συνέχεια τρεις στιγμές αυτών των αγώνων- στα πανεπιστήμια, στην υγεία και γύρω από τον έλεγχο της μητρότητας.

Το εικονικό πανεπιστήμιο

Στη δεκαετία του ’60 οι φοιτητές απ’ το Μπέρκλεϋ ως την Σορβόννη εξεγέρθηκαν ενάντια στην ένταξη των πανεπιστημίων στο στρατο-βιομηχανικό σύμπλεγμα- ήταν η πρώτη εξέγερση ενός διανοητικού προλεταριάτου υπό εκπαίδευση. Η άμεση απάντηση των διαχειριστών του κράτους στην εξέγερση αυτού του νεανικού ανθρώπινου κεφαλαίου ήταν τα δακρυγόνα, οι σφαίρες και οι εκκαθαρίσεις· η μακροπρόθεσμη απάντηση ήταν η αναδιάρθρωση. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στην δεκαετία του ’80 οι χρηματοδοτήσεις στην μετα-δευτεροβάθμια εκπαίδευση στις περισσότερες καπιταλιστικές κοινωνίες περιορίστηκαν, τα δίδακτρα και τα χρέη των φοιτητών σε δάνεια αυξήθηκαν κατακόρυφα, και εκπαιδευτικά προγράμματα που θεωρήθηκαν επικίνδυνα ριζοσπαστικά ή απλά άχρηστα καταργήθηκαν ή περιορίστηκαν.

Με τις πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις να κατακλύζονται από το χρηματικό άγχος και την διάλυση των σημείων ανυπακοής, οι συνθήκες έγιναν ιδανικές για μια καινούργια και βαθύτερη συνάρθρωση των πανεπιστημίων και των εταιρειών, μια συνάρθρωση κρίσιμη για την ανάπτυξη των «βιομηχανιών γνώσης» της υψηλής τεχνολογίας. Χρήματα που περικόβονταν από τα βασικά εκπαιδευτικά προγράμματα ξαναεπενδύονταν σε προγράμματα εφαρμοσμένων επιστημών, σε σχολές επικοινωνιών, μηχανικών και διοίκηση επιχειρήσεων, και σε ειδικά ινστιτούτα για υπολογιστές, βιοτεχνολογία και έρευνα του διαστήματος. Όλο και περισσότερο το εικονικό πανεπιστήμιο των on line εργαστηρίων, των τηλεσεμιναρίων και των βίντεο διαλέξεων έγινε το εκπαιδευτικό έδαφος για τις διάφορες βαθμίδες της τεχνοειδικευμένης εργατικής δύναμης που χρειάζονταν οι εικονικές επιχειρήσεις. Την ίδια στιγμή, ο πολλαπλασιασμός των εξειδικευμένων και σπονσοναρισμένων ερευνητικών προγραμμάτων, των βιομηχανικών πάρκων, των διασυνδέσεων με τον ιδιωτικό τομέα, των συμβούλων επιχειρήσεων και των διακλαδικών προσεγγίσεων σε διάφορα θέματα επέτρεψαν στην βιομηχανίας της υψηλής τεχνολογίας να κοινωνικοποιεί το κόστος και τους κινδύνους των ερευνών της, και να ιδιωτικοποιεί τα κέρδη. Όχι μόνο η «ακαδημαϊκή κοινότητα» παράγει πλέον διαδοχικές γενιές φοιτητών για μελλοντική απασχόληση- εκπαιδευμένους, κοινωνικοποιημένους, ταξινομημένους και προκαταρτικά χρεωμένους σε τράπεζες ή χορηγούς- αλλά επιπλέον είναι σε θέση να τους τοποθετήσει αμέσως, σαν φτηνή ή και απλήρωτη εργασία, στους στάβλους των επιχειρηματικών επενδύσεων. Όπως παρατηρεί ο David Noble «αν και οι επιχειρήσεις πάντα διοικούσαν τα πανεπιστήμια… τώρα υπάρχει τέτοια εντατικοποίηση του ελέγχου που φτάνει στο σημείο της εξαφάνισης της ξεχωριστής ταυτότητας τους».

Όμως η πεποίθηση ότι τα πανεπιστημιακά campus δαμάστηκαν μοιάζει σήμερα πρόωρη. Τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και η δεκαετία του ’90 έγιναν μάρτυρες της ανάδυσης ενός νέου κύκλου αγώνων στα πανεπιστήμια. Σ’ αυτούς, περιλαμβάνονται οι φοιτητικές εξεγέρσεις στη Γαλλία το 1986 και το 1994· το κίνημα του «πάνθηρα» των φοιτητών στην Ιταλία ενάντια στην ιδιωτικοποίηση· παρόμοιος ξεσηκωμός στην Ισπανία· μεγάλες απεργίες και καταλήψεις στα πανεπιστήμια της Αυστραλίας· και η επανεμφάνιση του πολιτικού ακτιβισμού στα βόρειο- Αμερικάνικα campus. Μιλώντας για την αναγέννηση του πολιτικού ακτιβισμού μεταξύ των φοιτητών στην βόρεια Αμερική ο Robert Ovetz λέει ότι αν και εμφανίζεται με πάρα πολλές διαφορετικές αφορμές υπάρχει μια διαρκής αλληλεπίδραση μεταξύ των μεμονωμένων κινήσεων. Στο ρεπερτόριο αυτό περιλαμβάνονται διαμαρτυρίες ενάντια στις αυξήσεις των διδάκτρων, στο σταμάτημα προγραμμάτων, στις περικοπές της βοήθειας στους φοιτητές και στην αύξηση των χρεών από δάνεια· κινήσεις ενάντια στην ανάπτυξη των πανεπιστημιακών εγκαταστάσεων με τη μορφή ερευνητικών πάρκων και τεχνοπόλεων· καμπάνιες υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κατά των συνεργασιών των πανεπιστημίων με τις επιχειρήσεις για επενδύσεις σε κράτη με δικτατορικά καθεστώτα. Αυτές οι κινήσεις αλληλοδιαπλέκονται με ένα κύμα αγώνων ενάντια στο ρατσισμό και στο σεξισμό, καθώς φοιτήτριες και έγχρωμοι φοιτητές αμφισβητούν το πατριαρχικό και λευκοκεντρικό περιεχόμενο της εκπαίδευσης αλλά και της διοίκησης των πανεπιστημίων. Αυτοί οι αγώνες συχνά έρχονται σε αντιπαράθεση με την λογική του επιχειρηματικού πανεπιστημίου, είτε εξαιτίας του πνεύματος της γενικής απειθαρχίας, είτε επειδή απαιτούν τη διάθεση των πανεπιστημιακών κονδυλίων σε «μη παραγωγικούς» σκοπούς, όπως κέντρα γυναικών, κέντρα φροντίδας των παιδιών φοιτητριών, και προγράμματα πολυπολιτιστικών και φεμινιστικών σπουδών.

Αυτό το δίκτυο διαμαρτυριών έρχεται συχνά σε επαφή με αγώνες εργαζομένων στα πανεπιστήμια, ενάντια στις απολύσεις και στην οργάνωση της «ελαστικής» εργασίας. Εδώ οι επί πτυχίω φοιτητές, που συνήθως εννοούνται σαν άμισθοι υπάλληλοι και μισθωτοί φοιτητές, έχουν παίξει σημαντικό ρόλο, προκαλώντας μια σειρά απεργιών του εργατικού προσωπικού σε διάφορα πανεπιστήμια. Περισσότερο ακόμα, ενώ η πλήρης διασύνδεση της ακαδημαϊκής κοινότητας με την παραγωγή και την αγορά εργασίας αφαίρεσε το έδαφος για εκείνο το είδος δράσης που είχαν οι ακτιβιστές της δεκαετίας του ’60, άνοιξε απ’ την άλλη ένα δρόμο για σύνδεση των φοιτητών με άλλους μισθωτούς ή άμισθους εργαζόμενους. Στη βόρεια Αμερική αυτή η διασύνδεση δεν έχει φτάσει ακόμα σ’ αυτή την τεράστια ενότητα φοιτητών και εργατών αγωνιστών που εκφράστηκε στη Γαλλία το 1994 με τους αγώνες ενάντια στη μείωση του βασικού μισθού για τους νέους εργαζόμενους. Αλλά τόσο στον Καναδά όσο και στις ΗΠΑ είναι συνηθισμένο να βρίσκει κανείς  φοιτητές και καθηγητές μέσα σε ευρύτερες ομάδες που δρουν ενάντια στις περικοπές των μισθών και των παροχών του κράτους πρόνοιας.

Το καθαρό αποτέλεσμα τέτοιων «διακλαδικών» συνεργασιών είναι η αργά αλλά σταθερά αυξανόμενη αναταραχή στα πανεπιστημιακά campus, που ξεκινάει από πικετοφορίες, διαδηλώσεις και καταλήψεις και φτάνει σε κινητοποιήσεις εθνικής κλίμακας στον Καναδά και σημαντικές συγκρούσεις αστυνομίας φοιτητών σε αμερικάνικα πανεπιστήμια. Πολλές από αυτές εγείρουν μια πολιτική της γνώσης ριζικά αντίθετη με την τεχνοκρατική ατζέντα των βιομηχανιών της πληροφορικής. Αυτό είναι σαφές ακόμα και σε ζητήματα όπως η υπεράσπιση των «βασικών» επιστημών ενάντια στην αυξανόμενη απαίτηση για εφαρμοσμένη έρευνα. Και εκφράζεται επίσης συχνά στην υπεράσπιση ή στην απαίτηση για προγράμματα φεμινιστικών, οικολογικών, πολιτιστικών ή εργατικών σπουδών.

Την ίδια στιγμή που τα φοιτητικά κινήματα κοντράρουν τα όρια που βάζουν οι επιχειρήσεις στην εκπαίδευση, εμπλέκονται επίσης στα πληροφοριακά συστήματα που αναπτύσσουν τα πανεπιστήμια για λογαριασμό των επιχειρηματιών συνεταίρων τους. Σε μερικές περιπτώσεις η δράση σ’ αυτό το πεδίο περιλαμβάνει το μπλοκάρισμα της high- tech στρατιωτικοποιήσης της εκπαίδευσης, όπως στην περίπτωση της ομάδας νεολαίων ακτιβιστών Unplug που κατάφερε να πετάξει το εμπορικό Channel One της εταιρείας Whittle έξω από κάμποσα λύκεια στις ΗΠΑ. Σε άλλες περιπτώσεις η δράση συνίσταται στην επανοικειοποίηση της πληροφορικής τεχνολογίας για εναλλακτικούς σκοπούς. Οι δραστηριότητες των Κινέζων φοιτητών στην διάρκεια των κινητοποιήσεων τους ενάντια στον κρατικό σοσιαλισμό με κέντρο την πλατεία Τιεναμέν και η δολοφονική καταστολή τους έγιναν ευρύτερα  γνωστές στον πλανήτη, κάτι που δεν συμβαίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις φοιτητικών αγώνων στις άλλες καπιταλιστικές κοινωνίες. Στην πραγματικότητα  ωστόσο, οι αγώνες των βορειοαμερικάνων και των ευρωπαίων φοιτητών στη δεκαετία του ’90 χαρακτηρίστηκαν από την έξυπνη κατανόηση του ρόλου των media, και την εκτεταμένη χρήση των fax, των βίντεο και, ιδιαίτερα, των δικτύων υπολογιστών. Στις πολύ μεγάλες φοιτητικές διαμαρτυρίες στην Γαλλία το 1986 έγινε εκτεταμένη χρήση του συστήματος Minitel για να υπάρξει συντονισμός μεταξύ διαφορετικών πανεπιστημιακών ομάδων, αλλά και για να γίνουν γνωστές οι φοιτητικές απόψεις σε ένα πλατύτερο κοινό. Στην βόρεια Αμερική οι φοιτητές όχι μόνο έπαιξαν βασικό ρόλο στην χωρίς ελέγχους δημιουργία του internet, αλλά το χρησιμοποιούσαν επίσης για να διασυνδέσουν διαμαρτυρίες μεταξύ campus που ήταν γεωγραφικά διάσπαρτα. Έτσι, όταν την άνοιξη του 1994 οι Λατίνοι και Τσικάνο φοιτητές των πανεπιστημίων του Μίτσιγκαν, του Κολοράντο, της Νεμπράσκα και κάμποσων ακόμα πανεπιστημίων της Καλιφόρνια ξεκίνησαν απεργίες πείνας και καταλήψεις απαιτώντας νέα προγράμματα, την μετονομασία διαφόρων κτιρίων στη μνήμη του Cesar Chavez, αναλαμβάνοντας αντιρατσιστικές πρωτοβουλίες και ξεκινώντας μποϋκοτάζ σε αγροτικά προϊόντα σαν συμπαράσταση στον αγώνα των εργατών γης, όλες αυτές οι κινητοποιήσεις διασυνδέθηκαν μεταξύ τους με τη βοήθεια συμπαραστατών από τις βιβλιοθήκες, το πανεπιστημιακό προσωπικό και τα συνδικάτα. Παρόμοια, το 1995 υπήρξε συντονισμός μέσω υπολογιστών στους αγώνες διάφορων πανεπιστημίων ενάντια στις μειώσεις στην οικονομική βοήθεια στους φοιτητές.

Η συντηρητική υστερία σχετικά με την «πολιτική ορθότητα» στα πανεπιστήμια θεωρείται συχνά σαν η τελευταία έφοδος μια θριαμβεύουσας δεξιάς ενάντια σε μια αριστερά που βρίσκεται διαρκώς σε άμυνα. Αλλά μπορεί να ερμηνευτεί και εντελώς διαφορετικά: σαν ένας αληθινός πανικός της κυβερνώσας τάξης που τροφοδοτείται από την ανησυχητική διαπίστωση ότι τα ιδρύματα που προορίζονται να παίζουν κεντρικό ρόλο σε μια οικονομία βασισμένη στη γνώση δεν είναι υπό έλεγχο στον βαθμό που αναμενόταν και πως εξακολουθούν να κυκλοφορούν μυαλά που όχι μόνο δραπετεύουν από τους ρόλους για τους οποίους τους προόριζε το κεφάλαιο, μα επιπλέον εκπαιδεύονται να διοχετεύον τις αντιρρήσεις τους μέσα από τα πλέον αναβαθμισμένα τεχνολογικά κανάλια.

Advertisements