Μεταρρυθμιση και αντι- μεταρρυθμιση, (τεκμηριωση)

Το 2011, η συνέλευση του Gameover έλεγε, σωστά, πως:

«Όλα αυτά τα χρόνια, οι καθηγητές και γενικότερα τα μέλη ΔΕΠ είχαν προσαρμοστεί με τον τρόπο τους στο χώρο εργασίας τους και στη θέση που κατείχαν. Είχαν, ας πούμε, μία άνεση. Χρησιμοποιώντας το κύρος που μπορούσαν να αποκτήσουν ως πανεπιστημιακοί, μπαινόβγαιναν σε μεταπτυχιακά, διδακτορικά, υπουργικές επιτροπές, εξέδιδαν συγγράματα τα οποία επέβαλλαν στις σχολές ως διδακτέα, διηύθυναν Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΚΕΚ), άνοιγαν πανεπιστημιακά φροντιστήρια. Σε πολλές περιπτώσεις και ιδιαίτερα στην επαρχία, οι φοιτητές δεν έβλεπαν ποτέ τον υπεύθυνο καθηγητή ο οποίος τα φόρτωνε στον κόκορα- δηλαδή στους βοηθούς του. Άλλες φορές διέκριναν σε κάποιους φοιτητές το «χάρισμα» και έτρεχαν να το αναδείξουν, οικειοποιούμενοι τις «χαρισματικές» εργασίες σε συνέδρια και υποσχόμενοι μια λαμπρή ανέλιξη στο κορόιδο-φοιτητή. Κάποιοι ήταν ιδιαίτερα ενεργοί σεξουαλικά και κάπως έπρεπε να ικανοποιηθούν- με τα ανάλογα βέβαια ανταλλάγματα. Άλλοι ήταν απλώς μαλάκες και θεωρούσαν το μαζικό κόψιμο φοιτητών απαραίτητη ενέργεια του καλού καθηγητή. Είναι, λοιπόν, λογικό να τους κάθεται στο λαιμό η λέξη αξιολόγηση. Τα μεγάλα ντίλια όμως παίζονταν στα ερευνητικά προγράμματα. Οι καθηγητές, κρατώντας το ιερό λάβαρο της εξέλιξης της επιστήμης και τεχνολογίας, προσπαθούσαν μετά μανίας να εξασφαλίσουν χρηματοδοτήσεις ώστε να χωθούν σε κάποιο ερευνητικό. Από αυτές τις χρηματοδοτήσεις θα έπαιρναν και αυτοί το κατιτίς τους. Κάποιες χρηματοδοτήσεις ήταν κρατικές. Γι’ αυτό και τώρα πολλοί από αυτούς σκίζουν τα ιμάτια τους να μην εφαρμοστεί το νομοσχέδιο. Οι πιο έξυπνοι, είχαν καταφέρει να αποσπάσουν κονδύλια από την ΕΕ, τον ελληνικό στρατό και το ΝΑΤΟ. Με το νέο νόμο, οι χρηματοδοτήσεις αυτές δεν καταργούνται, άρα τα ερευνητικά και οι υπεύθυνοι τους δεν επηρεάζονται. Τέλος, υπάρχουν και τα υπερ-λαμόγια που χρησιμοποιώντας τα γραφεία τους ως βιτρίνες έκαναν γερές μπίζνες με ιδιωτικές εταιρίες μέσω του πανεπιστημίου. Ε, αυτοί οι τελευταίοι είναι που πρώτοι τάχθηκαν υπέρ του νομοσχεδίου γιατί σε συνδυασμό με το ότι τα πανεπιστημιακά μέλη του διοικητικού συμβουλίου θα ορίζουν τους εξωπανεπιστημιακούς συμβούλους, καθιστά σχεδόν προφανές το ποιοι θα είναι οι τελευταίοι. Αυτοί που μέχρι πρότινος έκαναν τις δουλειές κάτω από το τραπέζι και έχουν πλέον βαρεθεί να κρύβονται.»

Μια απλή ανάγνωση του περίφημου Νόμου Διαμαντοπούλου (για να κατεβάσετε το ΦΕΚ: document) με έμφαση στο άρθο 58 (σχετικά με την ίδρυση Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου), θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αποστομωτικό τεκμήριο των παραπάνω.. Μια απλή ανάγνωση την οποία η εθελοντική μυωπία του φοιτητικού κινήματος απέφυγε, εστιάζοντας στις υπαρξιακές αναζητήσεις του σχετικά με την συνδιοίκηση των Ιδρυμάτων.. Θα το επαναλάβουμε και εμείς! Η δυνατότητα των καθηγητών/τριων του πανεπιστημίου να ιδρύουν Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου προκειμένουν να διαχειρίζονται την ερευνητική δραστηριότητα και τις πατέντες που προκύπτουν από αυτήν, αποτελεί μια υπέροχη ευκαιρία για όλους/ες αυτούς/ες που έκρυβαν τις δουλειές τους πίσω από διαγώνιες διαδρομές χρήματος (βλ. σχέσεις του Πανεπιστημίου με Ινστιτούτα με κρατικές ή στρατιωτικές ή επιχειρηματικές χρηματοδοτήσεις). Πλέον μπορούν να τις μεταφέρουν στην επιφάνεια της δημοσιότητας, κεφαλαιοποιώντας τις προηγούμενες σχέσεις και δραστηριότητες τους σε ένα νέο παράδειγμα.

Ενδεικτικά παραθέτουμε λίγη μεταρρυθμιστική γκρίνια από την Βάσω Κιντή: «Στα τρία εμβληματικά πανεπιστήμια της χώρας, το ΕΚΠΑ, το ΑΠΘ και το ΕΜΠ, τα Συμβούλια είχαν τα δύο πρώτα έτη της θητείας τους να αντιμετωπίσουν μη συνεργάσιμες πρυτανικές αρχές και δεν μπορούσαν να θέσουν σε εφαρμογή πολλά από τα προγράμματα που σχεδίαζαν. (Σε ορισμένα είχαν να αντιμετωπίσουν και εσωτερική υπονόμευση από μέλη που εξελέγησαν σε αυτά για να διαφυλάξουν, και από αυτό το πόστο, το status quo). Η σύνταξη των οργανισμών και των εσωτερικών κανονισμών βάλτωσε, η ίδρυση των ΝΠΙΔ για τη διαχείριση των οικονομικών βραχυκυκλώθηκε, η προσέλκυση χορηγιών δεν προχώρησε σημαντικά γιατί κανένας σοβαρός φορέας δεν βάζει τα χρήματά του σε μια μαύρη τρύπα και σε οργανισμούς που λειτουργούν αναποτελεσματικά και με αδιαφάνεια. Οι πρυτάνεις στα περισσότερα ΑΕΙ δεν θέλουν καμία αλλαγή στη διαχείριση των οικονομικών γι’ αυτό και αντιδρούν στην ίδρυση των ΝΠΙΔ που προβλέπεται από τον νόμο να έχουν επαγγελματική διοίκηση.» Η συγκεκριμένη καθηγήτρια φαίνεται να δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον για τις ρυθμίσεις σχετικά με τα Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου καθώς όπου σταθεί και όπου βρεθεί επαναφέρει το θέμα. Γκρινιάζει αυτή τη φορά για το Νομοσχέδιο που φέρνει η «μορφωμένη κυβέρνηση»: «Καταργεί την πρόβλεψη του νόμου Διαμαντοπούλου για ένα ΝΠΙΔ με επαγγελματική διοίκηση που θα αξιοποιεί την περιουσία των Ιδρυμάτων προτιμώντας τον αναποτελεσματικό, συχνά αδιαφανή και πελατειακό σημερινό τρόπο λειτουργίας.». Και για να γίνουμε σαφείς, η κριτική που ασκείται στους «πελατειακούς τρόπους» ή με δικά μας λόγια στους μηχανισμούς της πολιτικής προσόδου του ελληνικού κράτους, είναι μια διαφωνία που βγαίνει από τα στόματα των κάπως ριγμένων που διεκδικούν (ακόμα και αν λένε πως δεν κάνουν πολιτικές κινήσεις) οι δικές τους σχέσεις και οι δικοί τους «πελατειακοί τρόποι» να τοποθετηθούν πιο κοντά στις βρύσες των κονδυλίων, των συνεδρίων, ή με δικά μας πάλι λόγια: της πολιτικής προσόδου.

Παρόλα αυτά η σπειροειδής πορεία των δηλώσεων θα συνεχιστεί. Οι μεταρρυθμίσεις συναντούν σταθερά τις αντιμεταρρυθμίσεις ακολουθώντας με το στόμα ανοιχτό την διαλεκτική βλακεία του φοιτητικού συνδικαλισμού. Όμως τα τελευταία επεισόδια είναι κάπως διαφορετικά. Διαφορετικά γιατί η «μορφωμένη (αριστερή) κυβέρνηση» βρίσκεται αυτή τη φορά από την πλευρά της «μεταρρύθμισης» και απέναντι της μια κάποια «δεξιά αντιπολίτευση«. Πολλά μένει να πούμε ακόμα, άλλωστε στο περιβάλλον του ελληνικού πανεπιστήμιου «οι νόμοι μένουν στα χαρτιά», καθώς οι τυπικές ρυθμίσεις απέχουν αρκετά από τις πραγματικές εφαρμογές τους, και η «μορφωμένη κυβέρνηση» αποτελεί πιστή συνέχεια των προκατόχων της. Δεν είναι τίποτα περισσότερο από πολιτικό προσωπικό των μηχανισμών (λευκών ή μαύρων) του ελληνικού κράτους.

Άλλωστε πολλοί/ες μιλούν ακόμα, στο περιθώριο της κεντρικής πολιτικής σκηνής, αντιγράφουμε από άρθρο της Καθημερινής (15/7) του γνωστού για την αγάπη του στο Πανεπιστήμιο Απόστολου Λακασά: «Ειδικότερα, στο κείμενό τους οι πανεπιστημιακοί αναφέρουν ότι «τις κρίσιμες αυτές ώρες και εν όψει μιας νέας αρχής για την πατρίδα μας, καλούμε όλα τα κόμματα που υποστηρίζουν την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας να θέσουν στο επίκεντρο της προσοχής τους την Παιδεία και να την προφυλάξουν από κομματικές σκοπιμότητες, βεβιασμένες κινήσεις και αναχρονιστικές επιλογές. Η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας κατόρθωσε, σε λίγους μόνο μήνες, με περισσό αυταρχισμό, να ακυρώσει επιτεύγματα και μεταρρυθμίσεις που η εκπαιδευτική κοινότητα αγωνίστηκε για χρόνια να πετύχει, αποδεικνύοντας ότι το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η ικανοποίηση αιτημάτων συνδικαλιστών του ΣΥΡΙΖΑ στις οργανώσεις εκπαιδευτικών, ισχνών αλλά “δυναμικών” μειοψηφιών του “όχι σε όλα”». Και συνεχίζουν καλώντας την κυβέρνηση «να αποσύρει το νομοσχέδιο για την Ανώτατη Εκπαίδευση και να καταργήσει τους νόμους για την Εκπαίδευση που έχει ήδη ψηφίσει, οι οποίοι πλήττουν την αξιοκρατία, καταργούν την αριστεία, προωθούν τον κομματισμό, ενθαρρύνουν τη συναλλαγή και τη διαπλοκή στον χώρο της εκπαίδευσης, οδηγούν στην απομόνωση της ελληνικής Παιδείας από τα διεθνή δρώμενα και, τελικά, οδηγούν σε Grexit την Εκπαίδευση. Την καλούμε να προχωρήσει σε πραγματικά αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στην Εκπαίδευση, μετά από ειλικρινή διάλογο με τον εκπαιδευτικό κόσμο, διάλογο βασισμένο στα αποτελέσματα της αξιολόγησης –από ανεξάρτητους διεθνείς και εθνικούς φορείς– του θεσμικού πλαισίου που το ίδιο το πλαίσιο προβλέπει. Καλούμε τη φιλοευρωπαϊκή αντιπολίτευση να αξιώσει μία συναινετική πολιτική για την Εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες. Καλούμε τα μέλη της εκπαιδευτικής κοινότητας, τους πολίτες και τους γονείς να αξιώσουν από το πολιτικό σύστημα της χώρας να προσφέρει στη νέα γενιά τη μόρφωση που της αξίζει και που απαιτούν οι καιροί».

Ενω και στο στρατόπεδο των φαιορόζ «μεταρρυθμιστών» υπάρχουν εσωτερικές αντιφάσεις, αντιγράφουμε ξανά από την Καθημερινή (27/6): «Ειδικότερα, επιστολή προς τα μέλη των Σ.Ι. έστειλε ο κ. Μπαλτάς, αναφέροντας ότι οι λόγοι που οδήγησαν στην απόφαση για κατάργηση των Συμβουλίων «είναι ανεξάρτητοι τόσο από το έργο που επιτελέσατε όσο και από την προσωπική συμβολή σας, την ανιδιοτελή συμμετοχή και διάθεση προσφοράς σας». Ο κ. Μπαλτάς υπογραμμίζει ότι ο τρόπος που θεσμοθετήθηκαν τα Σ.Ι. «τα ανήγαγε σε εντολοδότες και συγχρόνως ελεγκτές του εαυτού τους, γεγονός που υπονομεύει κάθε ευνομούμενο οργανισμό. Υπό αυτήν τη συνθήκη, η λειτουργία των Σ.Ι. δεν μπορούσε παρά να δημιουργήσει αξεπέραστα προβλήματα συναφή με σύγκρουση αρμοδιοτήτων, να οδηγήσει σε αδυναμία εκτέλεσης αποφάσεων, σε συγχύσεις που πυροδότησαν εντάσεις και αντιθέσεις και κάποιες φορές σε τελμάτωση. Αυτά τα ζητήματα εν πολλοίς εμπόδισαν τα Σ.Ι. να ασκήσουν και την άλλη θεσμοθετημένη αρμοδιότητά τους, δηλαδή να παράσχουν ουσιώδεις και εφαρμόσιμες συμβουλές ως προς τη στρατηγική ανάπτυξης των ΑΕΙ και να ωθήσουν προς την αναγκαία όσο και πολύπλευρη εξωστρέφειά της».» και πιο κάτω: » Αλλωστε, ο ίδιος δηλώνει ότι «Συμβούλια πραγματικά και αποκλειστικά συμβουλευτικά των Συγκλήτων ως προς τη στρατηγική ανάπτυξης και τους όρους πολύπλευρης εξωστρέφειας των πανεπιστημίων και ΤΕΙ, μας φαίνονται αναγκαία. Οπως μας φαίνεται αναγκαία και η δημιουργία ενός γνήσιου αντιγραφειοκρατικού θεσμού που θα μεριμνά για τα οικονομικά και διοικητικά ζητήματα και ενδεχομένως θα εποπτεύει τις συναφείς δραστηριότητες, χωρίς όμως να εμπλέκεται καθόλου στις ακαδημαϊκές λειτουργίες των Ιδρυμάτων». Κλείνοντας την επιστολή, υπογραμμίζει προς τα μέλη των Συμβουλίων: «Τα πανεπιστήμιά μας εξακολουθούν να σας χρειάζονται».»

Aς κρατήσουμε όμως τα εξείς, από το Bombitzine #6:

«Δεν πρόκειται για στιγμιότυπα της μάχης του κακού ενάντια στο καλό και αντίστροφα. Το 1982, ο ιδρυτικός της συνδιοίκησης νόμος (και η κρατική πολιτική που τον αφορούσε) ανέλαβε να οργανώσει την μαζική πολιτική διαμεσολάβηση μίας σπουδάζουσας νεολαίας με άγνωστες και, συχνά,ύποπτες διαθέσεις, να ανα-κατασκευάσειτις γλώσσες της, να προβλέψει τις αντιδράσείς της και να τους βρει μία καθ’όλα πειστική και άμεμπτη για την αριστερά λύση: τον συνδικαλισμό. Παράλληλα, το μαζικό πανεπιστήμιο (ήδη τότε καπιταλιστικά καθυστερημένο) στελεχώθηκε από την αριστερή διανόηση, μικρότερου και μεγαλύτερου βεληνεκούς. Αυτή η ηγεμονική θέση της αριστεράς, εν ευρεία έννοια, στις βαλβίδες προσόδου και τις ιδεολογικές βρύσες του ελληνικού πανεπιστημίου έχει αρχίσει να βάλλεται και να καταρρέει εδώ και αρκετά χρόνια, προοδευτικά αντικαθιστώμενη από μια πιο αποφασιστική δεξιά, από τύπισσες σαν την Κιντή. Συνεπώς, το σκηνικό της “αντιμεταρρύθμισης” δεν αποκαλύπτει παρά μία μόνο στιγμή σύγκρουσης δύο τάσεων των υψηλόβαθμων δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών, που την κρίσιμη στιγμή των αποφάσεων για την καριέρα τους, επέλεξαν να προσδεθούν στους μηχανισμούς του ελληνικού κράτους που αφορούν την εκπαίδευση. Αυτό που τους χωρίζει είναι ακριβώς αυτό που τους ενώνει: η πρόσοδος, το υλικό συμφέρον, ο αριθμός των γραφείων, το πλεονέκτημα της χάραξης κατευθύνσεων. Κατά τα άλλα, ξέρετε, η σκληρή πραγματικότητα της ακαδημαϊκής κοινότητας απαιτεί σ’αυτούς τους περιέργους καιρούς ενότητα και ομοψυχία.»

Και για όποιον/α φοβάται ή για οποίον/α ελπίζει πως θα ξαναέρθει το 1982, να το ξανασκεφτεί.. Το παλιό δεν έχει φύγει, το νέο δεν έχει έρθει, και ενδιάμεσα παρατηρούνται Μελοδραματισμοί. Οι Μελοδραματισμοί του προσοδικού ελληνικού κράτους.

Advertisements