Σημειωσεις για μια κριτικη στην «κριση της αριστερας»

Αναδημοσιεύουμε το παρακάτω κείμενο του Γ.Ν. Ρουσσέα, από το 10ο τεύχος του περιοδικού Convoy (Οχτώβρης ’88), χωρίς να μας ενδιαφέρει μια, κάποιου είδους, «παραγωγική» κριτική στην Αριστερά. Αντίθετα θεωρούμε πως ανασύρωντας κάποιες από τις διαστάσεις που άνοιγε η κριτική στην αριστερά της δεκαετίας του ’80 από ταξική- «εργατίστικη» σκοπιά, μπορούμε να κατανοήσουμε βαθύτερα την τρέχουσα- ιστορική της σήψη. Ούτε λόγος για την φαιορόζ «μορφωμένη κυβέρνηση»..

Στην εποχή των πιο απίθανων στερεότυπων βρισκόμαστε στο κέντρο μιας νέας αγχώδους απόπειρας επανάληψης κάποιου διαλόγου που σηματοδοτείται θεαματολογικά με τους ό­ρους «κρίση κι ανασύνθεση της Αριστεράς», «Σύγκλιση», «ενότητα» κλπ. Η διεξαγωγή μιας τέτοιας διαδικασίας διανύει περισσότερους πόλους αλλά όχι και μια ποικιλία διεισδύσεων το πολιτικό τοπίο που τονίζεται από την Αρι­στερή πολυχρωμία παρ’ όλη την έκπτωση των φορτίσεων και την τροποποίηση της κινησιο­λογίας και θεατρικότητας του, παραμένει ανέ­παφα προσκολημμένο στις διηνεκείς αρχές που το σφράγισαν: κομματικότητα, κρατικότη- τα, πολιτικό-οικονομικό σύστημα, κεντρικές πολιτικές, ιεραρχίες, ραλιστικές προβολές.

Ο μερικός καταλογισμός αλλά και ο αυτο- απολογισμός εντός του αστερισμού της Αρι­στεράς διανύει ένα τόξο διατυπώσεων: ότι υ­πήρξε ανεπαρκώς προλεταριακή, ότι στερείται ηγεμονικού σχεδίου, ότι είναι αποκομένη από τα προβλήματα της λαϊκής βάσης, ό,τι έγινε υπερπολιτική, ότι δεν αγωνίζεται, ότι έχει ευθυ­γραμμιστεί με την κρατική αναπτυξιακή ιδεολογία κλπ.

Το χρωματικό φάσμα της ιστορικής Αριστε­ράς αμήχανο μπροστά στην κρίση του πολιτι­κού συστήματος, και προ της απειλής της δικής του αντιπροσωπευτικής εξαφάνισης επιχειρεί να ερμηνεύσει αυτήν την κρίση με την επίλυση της δική του επικαιρότητας, σαν ιδεολογία, η έξοδος από την κρίση της Αριστεράς σαν σκο­πός σαν κεντρική δημοσιότητα.

Ο διάλογος συνεχίζεται διότι οι μετατοπί­σεις που έχουν συντελεστεί τόσο στις εσωτερι­κές οργανωτικές πυκνότητες όσο και στον παγ­κόσμιο Αριστερό χάρτη δημιουργούν μια πλη­θωρική δημοσιότητα, μια ισχυρή δίαιτα ιδεο­λογικών βεβαιοτήτων και τη δυνατότητα εξα­γνισμού κι αποφόρτισης από καταναγκασμούς της ιστορίας. Κι αυτό ακριβώς τονίζει τα χαρα­κτηριστικά της κρίσης: η αδυναμία μετασχημα­τισμού και μετάβασης που ν’ αντιπροσωπεύουν μ’ αναλυτικό και διαδικαστικό τρόπο τον κό­σμο την εποχή της ιστορικής διαστολής· ιδιαί­τερα την εποχή των σύνθετων κρίσεων, σαν Λό­γος και Απόφαση.

1. οι εμφανίσεις της «κρίσης της Αριστεράς»

0 όρος που εμφανίστηκε στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας περιέγραφε πολύ πε­ρισσότερο τη γραφειοκρατική δομή και τον α­νελαστικό ρεαλισμό που έφτανε μέχρι την κατασταλτικότητα, της ιστορικής Αριστεράς. Η κριτική που εξαπολύθηκε από διασπάσεις δια­νοουμένων και συνδικαλιστών κατέφυγε σ’ α­ναγνώσεις του Μαρξισμού, διεκδικώντας την ερμηνευτική αυθεντικότητα και κάποια πολιτι­κή ταυτότητα, που αποστασιοποιούνταν από την άτυπη συμμαχία Σοσιαλιστών- Αριστεράς που είχε επιβληθεί στην τελευταία και δεν μπο­ρούσε να της υποβάλει δικές της προοπτικές.

Ο όρος «κρίση» επανέρχεται λίγα χρόνια αργότερα με τον πολλαπλασιασμό ανένταχτων στο σοσιαλιστικό κράτος και από την υπνωτι­σμένη Αριστερά με ταυτόχρονη εξάπλωση αντι- εξουσιαστικών φιλολογιών και μεταμοντέρων στερεοτύπων. Ανακαλύπτονται νέα θεω­ρητικά οπλοστάσια από την περιοχή της ση­μειολογίας και του φορμαλισμού κι η κριτική στην Αριστερά προσβάλει μ’ ατελή τρόπο το πολιτιστικό της σχέδιο κατασκευάζοντας ταυ­τόχρονα τις οχυρώσεις μιας ιδιωτικοποίησης κι ενός άγονου διανοουμενισμού. Από την πλευρά της η διαδικαστική ιστορική Αριστερά ενσωματώνει σωρευτικά κι αντανακλαστικά τα στερεότυπα των κριτικών που της ασκούνται: αυτοδιαχείρηση, οικολογία, τάσεις για εσωτε­ρική δημοκρατία. Αισθητικισμός. Happening κλπ, και τα εξαπολύει συνθηματολογικά, ανε­πεξέργαστα, ενώ ταυτόχρονα αυτά επενεργούν πολλαπλασιαστικά στο εσωτερικό της και παίρνουν χαρακτηριστικά αιτήματος.

Οι περεταίρω διασπάσεις, η περεστρόικα, η σύνθετη κοινωνική κρίση που τοποθετεί την Αριστερά στο κέντρο μιας δημοσιότητας και ανοίγει τους ασκούς ενός περιεκτικού διαλόγου, επαναφέρει την κριτική για την κρίση στο όριο της αδυναμίας της αριστεράς να διευρύνει τον διάλογο στην κοινωνία, αναβαθμίζωντας την κοινωνία των πολιτών, ν’ ασκήσει πολιτική

συγκλίσης να σχηματίσει μέτωπο αντιπαλότητας μέσω της άρθρωσης μιας πολιτιστικής διαδι­κασίας που σαν τέτοια θ’ απομακρύνεται από την προσαρμογή στο νομιμοποιητικό θεσμικό σχέδιο του κοινωνικού κράτους δικαίου. Αντί­θετα η Αριστερά προβάλλει εκείνες τις Αρχές —κυρώνοντας την κριτική που της ασκείται— που ορθολογικοποιούν το πολιτικό παιχνίδι, προβάλλει την κανονισπκότητα της κομματικότητας —δομική της εξουσίας— για την απο­δοχή της στο παιχνίδι των ρόλων που πρόκει­ται να διανεμηθούν από την πολιτική εντροπία του συστήματος.

Κι εδώ ίσως θα πρέπει να τονιστεί η μορφή συνείδησης που σχηματίζεται στη διοικητικά οργανωμένη πολιτική ταυτότητα, που σαν επέ­κταση γίνεται η ίδια κανονιστική: κοινωνικο­ποιείται ν’ αρθρώνει ένα σύνολο ρόλων σ’ ένα μηχανισμό (ιεραρχία).

Η κρίση κι η κατανόηση της αλληλοσυγχωνεύτηκαν η ύπαρξη κι επικαιρότητα της Αρι­στεράς βιώθηκαν κοινωνικά μέσα στην κρίση, κι αφού αυτή δεν μπορεί ν’ αποτελέσει το κέν­τρο του Λόγου μιας νέας οικουμενικής ταυτό­τητας, γίνεται κι η ίδια κρισιακό φαινόμενο κι ανορθολογικό πολιτικό σύμπτωμα. Η κάθε φο­ρά πολιτικοποίηση της Αριστεράς όταν δεν δη­μιουργεί αυτόνομο Λόγο καθημερινότητας ό­ταν απέχει από τη συγκρότηση κι αποδέσμευση των πολιτιστικών δυνάμεων σ’ αυτόνομη πολιτική δύναμη και συντίθεται σ’ αυτόνομο κομματικό μηχανισμό-ούς, δ’ εαυτόν τότε συναντιέται μ’ ορισμένες λειτουργικές κουλ­τούρες, διατυπώνει κανόνιστικα σχέδια,  αμυντικούς χαρακτήρες, και πολιτικές τακτικές. Τότε σαν πολιτικός σχηματισμός αποτελεί μεν νομιμοποιητική κατηγορία του πολιτικού συστήματος, από την άλλη δε διευρύνει τ’αντιπαραγωγικά όρια του κορπορατιβισμού και της συνθετότητας: γίνεται σοσιαλδημοκρατική. Τότε και ο πλουραλισμός υποβιβάζεται, στη βάση μιας πολυσυλλεκτικόκοτητας, στο πληθωρισμό των αιτημάτων των διαφόρωνκοινωνικών ομάδων στο κοινωνικό κράτος με την πελατειακή μεσολάβηση της Αριστεράς. Σε μια τέτοια εξέλιξη η συμμετοχή στο διάλογο για την «κρίση» διασφαλίζει μια ανανεούμενη λαϊκότητα αναγκαία των μεσολαβήσεων και το στελεχικό δυναμικό διεκπεραίωσης των μεσολαβήσεων στους αντιπροσωπευτικούς ΄χωρους που διαχοτεύουν περιεχόμενα προς τα κέντρα αποφάσεων.

2. Η «κρίση» σαν βίωμα.

Η Μαρξική Αριστερά σαν πολιτικός σχημα­τισμός που συγκροτείται μετά το δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα βρίσκεται αντιμέτω­πη με το περιορισμένο φιλελεύθερο κράτος η παρέμβαση του οποίου σημειώνει την εγγύηση του ελεύθερου ανταγωνισμού. Οι κοινωνικές δυνάμεις που συμπτύσσονται και σχηματίζουν την πολιτική δύναμη δεν συνθέτουν κάποια ερ­γατική τάξη μ’ εμπειρία, ούτε εμφανίζουν κά­ποια συμπαγή πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Οι πρώτες σχέσεις της πολιτικής οργάνωσης με την εργατική «τάξη» δεν περιλαμβάνουν καν θεωρητικά και ιδεολογικά σχήματα, αλλά πο­λύ περισσότερο ηθικά και αισθητικά. Ο θεω­ρητικός διάλογος-αντιπαράθεση διεξάγεται μεταξύ των εργατικών διανοουμένων της με­σαίας τάξης και των απολογητών της βιομηχα­νικής τάξης. Οι μάζες που πυκνώνουν τις τάξεις της Αριστερός είναι πολύ περισσότερο εκείνες οι προλεταριοποιούμενες που συρρέουν στις πόλεις μαζί μ’ αυτές των πόλεων που βρίσκον­ται σε σχετική αθλιότητα χωρίς καμία πολιτι­στική ταυτότητα, η μορφές επικοινωνίας που αλώθηκαν από την εισβολή. Η σχέση πολιτικής αντιπαλότητας που διατυπώθηκε σαν σχέση κεφαλαίου-εργασίας προσέλαβε τα χαρακτη­ριστικά της από την περιοχή του οικονομικού συστήματος, ενώ η αντιπαλότητα της με το κρά­τος των εγγυήσεων διεξάγεται με όρους ηθι­κούς που είναι από τον προηγούμενο αιώνα ή­δη ουδετεροποιημένη περιοχή για πολιτικές εντάσεις.

Έτσι το οικονομικό και το κρατικό συνάπτονται σε μία μηχανική ολότητα συστήματος όπου το οικονομικό προκρίνεται ως η αποφα­σιστική πλευρά έτσι ώστε οι κοινωνικοί ορίζον­τες να θεωρούνται απολύτως ετεροκαθοριζόμενοι, περιθωριακοί. Απέναντι σ’ ένα κράτος εγγυητή δικαιωμάτων, η σύγκρουση των κοινω­νικών αντιπάλων παίρνει την πολιτική μορφή δικαιωμάτων τόσο απέναντι στην κοινωνική τά­ξη όσο και προς το αντικείμενο υπεραξία. Το κράτος μέσα από τη σύγκρουση και αντιπαρά­θεση καλείται ν’ αποδώσει δικαιοσύνη, οικο­νομική. Όμως δέσμιο των εγγυητικών του γεννετικών προϋποθέσεων και των δημοσιονομι­κών του πηγών ταυτίζεται με τις δυνάμεις της βιομηχανικής τάξης. Θεοποιημένο από το πα­ρελθόν και φορέας της ιστορίας εκφράζει τη συλλογική ταυτότητα μέσω της έκφρασης του έθνους. Η ανάγκη της οικονομικής ισορρο­πίας μέσω της ανάγκης για πολιτική ισορροπία δημιουργούν μία νέα συνταγματική πραγματι­κότητα μέσω της θεσμικής άρθρωσης της σύγ­κρουσης. Η ολιγοπωλιακή εξέλιξη της αγοράς από τη μία με την ανάγκη θετικών παρεμβατικών ρυθμίσεων από το κράτος για την απώθη­ση των κρισιακών τάσεων, κι από την άλλη η κρίση νομιμότητας για την καταστολή της συγ­κροτημένης εργατικής δύναμης σε πολιτική προκαλούν την κρίση κι αποσύνθεση του φιλε­λεύθερου κράτους ή καλύτερα το μετασχησμό και τη διοικητική του επέκταση.

Είδαμε ότι η Αριστερά άντλησε την πολιτική της ισχύ όχι από τη θεωρία της αλλ’ αυτή άντλησε από την κοινωνία ή από ορισμένες κοινωνικές περιοχές: εκείνες που χρονικά βρέθηκαν σε κρίση σε αλλοίωση ΄χοι αποκλειστικά της υλικής τους κατάστασης αλλά της πολιτιστικής τους κατάστασης.

Η συγκρότηση αυτών των δυνάμεων δεν έγι­νε με την προβολή κι ανάπτυξη ενός πολιτιστι­κού σχεδίου αλλά μέσω ενός πολιτικού σχε­δίου σύγκρουσης που προσλάμβανε τα πολιτι­στικά του στίγματα από την οικονομική αντίθε­ση και τα αισθητικά από την αντίστοιχη σύγ­κρουση. Οι κοινωνικοί βιόκοσμοι ενσωματώ­θηκαν στην πολιτική οργάνωση: το κόμμα. Η επικοινωνία μεσολαβήθηκε από την κομματι­κή δημοσιότητα. Αυτό έγινε ο εγγυητής δικαιω­μάτων, ο προβολέας της μορφής παραγωγής κι ικανοποίηση των αναγκών. Προσέλαβε κρα­τική μορφή: το αντιπροσωπευτικό εργατικό κοινωνικό κράτος.

Έτσι φάνηκε στο εσωτερικό ενός έθνους να σχηματίζονται δυο κράτη: δυο πολιτικές δυνά­μεις που όμως δεν διέθεταν αρκετή δύναμη να συντρίψει το ένα το άλλο κι αυτή η αδυναμία υπήρξε ικανή να ωθήσει στη διάλυση της πολι­τικής ενότητας, στην πολιτική κρίση, στην α­νάγκη μετασχηματισμού του φιλελεύθερου ε­θνικού κράτους, στη διείσδυση του στην κοινωνία.

Η βιομηχανική τάξη υποχωρεί από το κρά­τος για να διατηρήσει την οικονομική της εξου­σία. Το κράτος παρεμβαίνει και αλώνει μία-μία τις ζώνες του κοινωνικού: οικογένεια, εκπαί­δευση, υγεία κλπ. Εκφράζει τις δυνάμεις του έθνους σε μια αναπτυξιακή προοπτική. Ο πολι­τικός πόλεμος τείνει ν’ αποκοινωνικοποιείται. Ανακαλύπτονται νέοι εχθροί στο εξωτερικό, η πολιτική εθνικοποιείται, οι κοινωνικές δυνά­μεις της αγοράς είναι δυνάμεις του έθνους και της ανάπτυξης. Οι πολιτικές οργανώσεις της εργασίας που εισήλθαν στο πολιτικό αντιπρο­σωπευτικό σύστημα διατηρώντας το δικαίωμα της αντιπαλότητας έγιναν ανάλογα με τη δύνα­μή τους εθνικές δυνάμεις, και προσπάθησαν να καταλάβουν τα κέντρα εξουσίας κι αποφά­σεων. Οι άλλες θεωρήθηκαν εχθροί, σύμμαχοι ξένων δυνάμεων και τους κηρύχτηκε πόλεμος μέχρι τη συντριβή τους.

Η Αριστερά οριοθετημένη στην περιοχή του οικονομικού υπήρξε εκείνη η πολιτική δύ­ναμη που συνέβαλε αποφασιστικά στη διάλυ­ση του φιλελεύθερου κράτους. Αντί να σχημα­τίσει το βασίλειο της ελευθερίας μέσω της επέ­κτασης της αυτονομίας της κοινωνίας από το κράτος, υπήρξε η κατ’ εξοχή συνθήκη μετασχη­ματισμού του κράτους στην «ολοκληρωτική» παρεμβατική του μορφή. Μετέφερε τις διάφο­ρες κοινωνικές ομάδες κρίσης στην περιοχή της διοίκησης ενός επεκτεινόμενου «κοινωνι­κού κράτους» έτσι ώστε η κατ’ αυτό τον τρόπο αντιπροσωπευτικότητα της να γίνει συστατικό αυτού του πολιτικού σχήματος. Σ’ όλες τις περιπτώσεις η Αριστερά έγινε πο­λιτική δύναμη γιατί αποτέλεσε μια εστία ταυτό­τητας δια του Μαρξικού ουτοπισμού και θεω­ρητικής και πολιτικής αντιπαλότητας.

3. Η Αριστερά σαν όχημα νομιμότητας

Εξελίξεις που επέδρασαν στην κρίση της Α­ριστεράς, κι ίσως οι αποφασιστικότερες υπήρ­ξαν: η επέκταση του κοινωνικού κράτους δι­καίου με ταυτόχρονη επέκταση του διοικητι­κού μηχανισμού οι μορφές συνθετότητας κι α­ποκέντρωσης της εξουσίας, οι νέες τεχνολο­γίες, τα νέα Media.

Ολ’ αυτά εγκαταστάθηκαν σαν άτυπες θε­σμικές συγκροτήσεις ως προς τ’ αποτελέσματά τους ώστε ανεξάρτητα από τον καταμερισμό εργασίας και τις αναγκαιότητες (υλικές) προσέλαβαν ιδεολογικό-πολιτικό νομιμοποιητικό χαρακτήρα.

Αν προσέξουμε την κριτική της Αριστεράς σ’ αυτές τις συγκροτήσεις θα διαπιστώσουμε δετικές καταγραφές κι αποδοχές που αποκλί­νουν από τη ρητορική του κυρίαρχου πολιτι­κού μπλοκ ως προς τη λειτουργία του διοικητι­κού μηχανισμού ως νομιμοποίηση της πολιτι­κής εξουσίας στη συγκεκριμένη κομματική της αναφορά. Ταυτόχρονα θα διαπιστώσουμε την απουσία ανάπτυξης κριτικών θεωριών που ν’ αποκαλύπτουν τον ταξικό κι ιδεολογικό χαρα­κτήρα αυτών των συγκροτήσεων.

Από τη νέα Αριστερά εκδηλώνονται βέβαια αποσπασματικές αντιδράσεις ως εάν να επρόκειτο για κατασκευές κανονιστικού τύπου αλλά πολύ απέχουν από το να κατανοούν τα φαινό­μενα στην ευρύτερη ταξική τους λειτουργία και κατά συνέπεια το πρόβλημα απλουστεύεται μέ­σα από τ’ αποτελέσματά του, με ηθικούς όρους κι οι πρακτικές περιβάλλονται όχι από σχέδια μετασχηματισμού αλλά καταστροφής.

Δεν προτίθεμαι να μιλήσω αναλυτικά για όλ’ αυτά αλλά ν’ αναφερθώ στη σχέση της Αρι­στεράς μ’ αυτές τις πραγματικότητες· θα επανέλθουμε άλλωστε πιο αναλυτικά σ’ αυτά τα τε­ράστια δέματα συμμετέχοντας η ενισχύοντας τη συζήτηση γύρω απ’ αυτά προτιθέμενοι να ε­ρευνήσουμε τις κατευθύνσεις που δα έπρεπε να οδηγηθεί η πολιτική αντιπαράθεση. Είναι μια συζήτηση που δα έπρεπε να κορυφωθεί πριν τουλάχιστον 10 χρόνια.

Ι.ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ. Η κατα­γωγή του κοινωνικού κράτους ανάγεται στην Ευρώπη στη δεκαετία του 1880 στον Μπί- σμπαρκ με την καθιέρωση συστήματος υπο­χρεωτικών ασφαλίσεων ενάντια στην αρρώ­στια, τα εργατικά ατυχήματα, και συντάξεις για τους υπερήλικες κι αναπήρους, επιβολή ει­σφορών που προκάλεσε αντιδράσεις τόσο από τους εργαζόμενους όσο κι από τη φιλελεύθερη πλευρά. Σκοπός εκείνου του συστήματος ήταν η ουδετεροποίηση του εργατικού κινήματος, που αποσκοπούσε να «κεφαλαιοποιήσει» την εργασία μέσω της επέμβασης του κράτους στην κοινωνική πραγματικότητα.

Η διοικητική οργάνωση αυτού του κοινωνι­κού συστήματος αντιπροσώπευε κι ένα πολιτι­κό μετασχηματισμό. Ο διοικητικός τρόπος των χορηγειών απέβλεπε ουσιαστικά στην ενσωμά­τωση των οργανωμένων ή απειλητικών οικονο­μικών συμφερόντων. Οι πρώτοι τέτοιοι θεσμοί παίρνουν σωματειακό χαρακτήρα ταμείου που διοικούντο από αντιπροσώπους εργαζομένων κι εργοδοτών. Η κορπορατιβίσπκη οργάνωση του κοινωνικού συστήματος από την εμφάνισή του επιτύγχανε δυο σκοπούς ταυτόχρονα: τη διάσπαση του εργατικού κινήματος και τη διοι­κητική νομιμοποίηση της ορθολογικής εξου­σίας του κράτους δικαίου. Με την ενοποίηση της παράλληλης διοίκησης στο κράτος και τις περαιτέρω διεισδύσεις του κοινωνικού κρά­τους στην κοινωνία —εκπαίδευση, αγορά ερ­γασίας κλπ.— διαμορφώνεται μια νέα συνταγ­ματική τάξη, νέα δικαιώματα, τα κοινωνικά: το κοινωνικό κράτος δικαίου εγγυητής των ευρύ­τερων ελευθεριών κι ανισοτήτων μια αντίφαση πολιτικής αναπαραγωγής.

Η ευημερία κι ανάπτυξη καθορίζονται ακό­μη από τις δυνάμεις της αγοράς ενώ σ’ αυτή την πρώτη φάση προστατεύεται το μίνιμουμ της ύπαρξης. Η εξουσία ασκείται με κανόνες και νόμους κι η διοικητική εξουσία επεκτείνει την κρατική αυτονομοθετούμενη.Το εργατικό κίνημα εκείνη την εποχή πάλε­ψε για τη γενίκευση των παροχών τόσο αυτό όσο και οι οικονομικές κρίσεις συντέλεσαν στην αλλαγή της οικονομικής πολιτικής του κράτους έτσι ώστε αυτή να διατίθεται σαν ένας λογιστικός οργανισμός εσόδων-δαπανών για να διασφαλίζει την ικανότητα και νομιμότητα του μέσω της διαρκώς διευρυνόμενης διοίκη­σης των διευρυνόμενων δαπανών για κοινωνι­κές υπηρεσίες. Την ίδια εποχή η πολιτική της Αριστεράς γίνεται κοινωνική κι αναδιανεμητι­κή- η κοινωνική πολιτική αποκτά ουτοπικές διαστάσεις, ψευδαισθήσεις. Η πολιτική της σύγκρουσης μέσα στο κοινωνικό κράτος ενι­σχύει την αναγνώριση της δημόσιας εξουσίας διότι αρχίζει και τελειώνει με αυτή την αναγνώ­ριση, διότι προμηθεύουν ένα διαρκή δεσμό μεταξύ ατόμου και κράτους. Οι πολιτικές μορ­φές είναι προσδιορισμένες κι αυτές εγγυώνται ότι η σύγκρουση δεν θα είναι διαρκής και κα­θολική. Η πολιτική για τη δημοκρατικοποίη­ση, για το άνοιγμα της διοίκησης και των αποφάσεών της και σ’ άλλες αντιπροσωπευόμενες ομάδες γίνεται μια γέφυρα ανάμεσα στον πολί­τη και το κράτος. Ο μεσολαβητής κερδίζει σε νομιμοποιητική δύναμη με τη διεύρυνση αντιπροσωπευτικότητας. Η επέκταση της διοίκη­σης αίρει κάθε στιγμή κοινωνικής αυτονομίας διεισδύοντας και διαλύοντας τους καθημερι­νούς επικοινωνιακούς χώρους. Το σύστημα χορηγειών της διοίκησης γίνεται το ίδιο «πολιτικότερο». Ο ορθολογισμός των δαπανών το ο­δηγεί στην πρόβλεψη και παρέμβαση.

Η Αριστερά χάνει την πηγή της κοινωνικής της δύναμης κι αυτή αντικαθίσταται με την κρι­τική και παρέμβαση της αναφορικά με την κρί­ση κι αναποτελεσματικότητα της πολιτικής του κοινωνικού κράτους. Τη σύγχρονη εποχή όπου το κοινωνικό κράτος είναι φορέας ιδεολογίας ευημερίας κι ορθολογικότητας, η Αριστερά ο­φείλει να επανέλθει σε θεμελιακή κριτική απέ­ναντι του τονίζοντας μέσα από τ’ αποτελέσματα του 1) την ανεπάρκεια κι αναποτελεσματικότητά του, 2) την κατασταλτικότητά του 3) την ψευδή ιδεολογική αντίληψη για την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα που παράγει για την εργατική τάξη. 4) Ότι είναι ένα μέσο για τη στα­θεροποίηση κι όχι για τον μετασχηματισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας. Αλλιώς υπεκφεύγοντας ένα τέτοιο κόμβο αντιπαλότητας το ζη­τούμενο δεν θα είναι πλέον η κρίση της Αρι­στεράς αλλά η ενσωματωμένη λειτουργική της αναλογία.

ΙΙ. ΝΕΕΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ και Media. Ό­πως έχουμε γράψει σε προηγούμενες εκδόσεις αυτά συντελούν διατακτικά στη διεύρυνση και μετασχηματισμό του καταμερισμού εργασίας στη μεσολάβηση της εμπειρίας στην επέκταση του συστήματος των αναγκών και των μορφών ικανοποίησης τους. Αναδιοργανώνουν τον κό­σμο από το επίπεδο της δραστηριότητας, της κουλτούρας: δημιουργούν κουλτούρα. Η αλ­λαγή των προσόντων εργασίας με τόσο βίαιο τρόπο η Ταιηλοροποίηση της πνευματικής ερ­γασίας και η συμπεριφεριολογική προφιλοποίηση του υποκειμένου της εργασίας δη­μιουργούν μια νέα πληροφορική και διαφημι­στική πραγματικότητα, όπου ο τεχνικός κό­σμος γίνεται το υποκείμενο σε μια ολοκληρω­τική αντικειμενοποίηση. Μέσα στις συνθήκες του κοινωνικού κράτους και των πολιτικών του μορφών όλ’ αυτά συμβάλλουν σ’ αύξουσα αποπνευματικοποίηση, αποϊδεολογικοποίηση, α­ποπολιτικοποίηση.

Η «κρίση» της Αριστεράς συνίσταται στη διορθωτική της μανία στο φόβο της να κριτικά­ρει αυτές τις δομές ριζοσπαστικά ν’ ανππαραθέσει ένα πολιτιστικό σχέδιο επικοινωνιακής δράσης και κοινωνικής αυτονομίας ν’ αποσπάσει την κοινωνία από το κράτος. Αντίθετα συμ­πλέει στην αναπτυξιακή χιονοστιβάδα με μια τεχνολογική αμφιθυμία η κρίση της είναι πε­ρισσότερο ψύχωση της ιστορίας της.

ΙΙΙ.ΣΥΝΘΕΤΟΤΗΤΑ. Για τον όρο που απα­σχολεί τη συζήτηση για 20 περίπου χρόνια αλλά μόνο πρόσφατα απόκτησε επίκαιρη περιεκτι­κότητα κι τέθηκε από τη συστημική θεωρία η περιπαθής Αριστερά σ’ όλες της τις ποικιλίες φαίνεται ανυποψίαστη.

Με τον όρο «Συνθετότητα» αρχικά εννοείται η λειτουργική διαφοροποίηση, εξειδίκευση, αυτονομία των πρωταρχικών υποσυστημάτων του κοινωνικού συστήματος (οικονομία, επι­στήμη, πολιτική, κουλτούρα διαπροσωπικές σχέσεις κλπ). Σαν προϊόν μιας εξέλιξης και κρισιακών πιέσεων εμφανίζεται ένας πολλαπλασιασμός και περιπλοκή των στοιχείων των υποσυστημάτων που αλληλεπιδρούν και γίνον­ται εφικτά στην εμπειρία των υποκειμένων στη λειτουργική τους κινητοποίηση. Το σύστημα φαίνεται λαϊκοποιημένο, εξωτερικεύει μορφές συμμετοχής και συλλογικότητας. Οι κανονιστι­κές διατάξεις αμβλύνονται και χάνουν την κα­θολική τους ισχύ, το ίδιο κι οι μορφές γνώσης κι οι αξίες.

Αυτό επιφέρει μια σύγχυση στην πολιτική του κοινωνικού διοικητικού κράτους διότι μπλοκάρει την προβλεψιμότητα των χορηγιών κι ελέγχων του. Οι κορπορατιβιστικές πιέσεις που δέχεται η αύξηση των δαπανών που απορροφά η διοίκηση γι’ αναποτελεσματικούς ελέγ­χους που επιβαρύνουν με απώλεια νομιμότη­τας τις κυβερνήσεις, η δημοσιονομική κρίση, η έλλειψη χρήματος και ζήτησης που αποθαρρύνει τις επενδύσεις αναγκάζει τις κυβερνή­σεις σε κοινωνικό έλεγχο κι αποκέντρωση της διοίκησης και μεγαλύτερη αυτονόμηση του νο­μοθετικού «κράτους δικαίου» (κανονιστικά, θεσμικά, λειτουργικά).

Το κράτος αποδίδοντας μέρος της διοίκη­σης στην κοινωνία (ελέγχους) εξοικονομεί πό­ρους, νέες πηγές νομιμότητας, διευρύνει την ι­δεολογική του αποδοχή καθιστά τις κοινωνι­κές οργανώσεις μετέχουσες, υπεύθυνες (αυτο­διοίκηση – συνδικάτα, συλλόγους κλπ.).

Διευρύνει την ίδια τη συνθετότητα, την πολ­λαπλή συμμετοχή και συλλογική ταυτότητα το πεδίο αναπαραγωγής της ιδεολογίας. Ταυτό­χρονα με τη σμίκρυνση της γνώσης καθιστά α­όρατη την ουσία του συστήματος. Όλα τα υπο­συστήματα εμφανίζονται διακοπτόμενα με σχε­τική αυτονομία αλλά υπό την επίβλεψη του πο­λιτικού που φαίνεται εύπλαστο κι επηρεάσιμο χάρη στις αντιπροσωπευτικές διαδικασίες και τα περιβάλλοντα λήψης αποφάσεων.

Η Αριστερά συγχυσμένη από μια τέτοια «δη­μοκρατικοποίηση» πιστεύοντας ότι μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις, εγκαθίσταται στο ά­κρο αυτής της συνθετότητας πιστεύοντας ότι διευρύνει το πολιτικό της βάρος και την επιρ­ροή της. Στην ουσία συνδιαχειρίζεται ορθολο­γικά την εξουσία που πραγματοποιείται στη βάση της κοινωνίας, τους κανόνες και τις αξίες της που έγιναν διάχυτες, μέσα από θεσμούς που αποφασίστηκαν από άτυπα κέντρα που προϋποθέτει η αλληλεπίδραση των υποσυστη­μάτων. Διότι οι σύγχρονες δημοκρατίες δεν μπορούν να διατηρηθούν θεμελιωμένες στη συναίνεση, διότι αυτή καθιστά άκυρο τον μηχα­νισμό αποφάσεων, και τον υψηλό βαθμό επι­λογών, κι εξειδικεύσεων. Έτσι η δημοκρατικό­τητα γίνεται ψευδεπίγραφο σχήμα, μαζική απά­τη. Το πολιτικό σύστημα βασίζεται στην αναπα­ραγωγή των ζωνών νομιμοποίησης του (ο πλουραλισμός των κομμάτων είναι μία απ’ αυ­τές) οι οποίες φορτίζονται θεσμικά, και σ’ άτυ­πες, αποτελεσματικές, όπως τα νέα Media. Ταυτόχρονα ο βαθμός ελαστικότητας του πολιτικού συστήματος του επιτρέπει σε συνθήκες υψηλής συνθετότητας, που αυξάνουν μια «συνεί­δηση» συμμετοχής, να κηρύττει τον εαυτό του αναρμόδιο ή ουδέτερο ώστε ν’ αποφεύγει τη σύγκρουση στο εσωτερικό του.

Το ερώτημα για την Αριστερά είναι αν θα πρέπει να παραμείνει θεατής αυτών των εξελί­ξεων που συντελούνται με την έμμεση συμμε­τοχή της, αν θα πρέπει να είναι θιασώτης σε μια διεύρυνση της συνθετότητας που είναι ένας σίγουρος τρόπος αναπαραγωγής της ιδεολο­γίας είτε με το κορπορατιβισμό είτε με την ταυ­τοποίηση της εμπειρίας, η αν θα πρέπει να δώ­σει στην πολιτική μια πιο σφαιρική διάσταση στο έδαφος του πολιτισμού μετασχηματίζοντας τις συλλογικές ταυτότητες στη βάση των αναγ­κών και της δραστηριότητας καθ’ αυτής σε μια κατεύθυνση ιδεολογική καταδείχνοντας την αντίθεση κράτους-κοινωνίας, επαναπροσδιο­ρίζοντας τον εαυτό της σαν αντίπαλη κοινωνική δύναμη.

Βέβαια η κριτική για την «κρίση» της Αριστε­ράς έχει πολλές ουσιαστικές πτυχές καθώς και την πιθανή αξιολογική κρίση, προκύπτουσα α­πό τη θέση της στην πολιτική αντιπαράθεση τις τελευταίες δεκαετίες, αν είναι κοινωνικά αναπαραγώγιμη σαν τέτοια, αν έχει λόγο ύπαρξης, και ποιον; Αν σήμερα το ρόλο της, μετασχημα­τισμού των κοινωνικών δομών μπορεί να τον αναλάβουν νέες πολιτικές και κοινωνικές δυ­νάμεις. Η κρίση της συνίσταται ότι δεν έχει ού­τε καν τα στίγματα ενός εναλλακτικού πολιτι­στικού σχεδίου, δεν διαθέτει μια συνείδηση αντιπαλότητας· από πια κρίση ζητάει να βγει;

Γ. Ν. Ρουσσέας

Advertisements