ΑΛΛΑΓΗ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ Φιληστε στο μετωπο το φοιτητικο κινημα: ειναι απο χρονια κλινικα νεκρο!

Από το τεύχος 13 του περιοδικού Sarajevo.

Στις 27 Mάρτη συντρόφισσες και σύντροφοι από το αυτοδιαχειριζόμενο στέκι Nομικής οργάνωσαν μια συζήτηση προσανατολισμένη στην έκθεση ορισμένων κριτικών παρατηρήσεων απέναντι στον χαρακτήρα, τα περιεχόμενα και την λογική των πρόφατων φοιτητικών κινητοποιήσεων. H συζήτηση που ακολούθησε την εισήγηση προσέφερε, σ’ ένα βαθμό, την ευκαιρία μιας χρήσιμης αντιπαράθεσης «υπέρ» και «κατά» αυτών των περιεχομένων.
Είναι έξω απ’ το ρεπερτόριο του Sarajevo η εξονυχιστική κριτική στην υπάρχουσα κατάσταση των πανεπιστημίων. Aλλά είναι εντός του αφιερώματος αλλαγή παραδείγματος το να εκθέσουμε εδώ μερικές απ’ τις πλευρές του γνωσιολογικού σχίσματος που έχει φέρει ως τώρα η καπιταλιστική αναδιάρθρωση – και κάποιες απ’ τις πολιτικές συνέπειές του. H συζήτηση της 27/3 απετέλεσε ένα ερέθισμα γι’ αυτήν την έκθεση: μας έδωσε την ευκαιρία να ακούσουμε ζωντανά το πόσο εύκολα υποτιμούνται (ή και αγνοούνται) αυτές οι πλευρές της πραγματικότητας. Ή, ίσως, το πόσο δύσκολα εισάγονται στην κριτική πράξη.

SOS: hackers πολιορκούν campus

Το περιστατικό είναι γνωστό, έχει επαναληφθεί κάμποσες φορές, θα λογαριαζόταν για κοινότυπο: άγνωστος χάκερ καταφέρνει να διεισδύσει στα ηλεκτρονικά / πληροφορικά συστήματα του αμερικανικού πενταγώνου, παραβιάζοντας μια σειρά «κλειδαριές ασφαλείας»…. Aνθρωποκυνηγητό εξαπολύεται παγκόσμια απ’ την αφρόκρεμα του τεχνοεπιστημονικού δυναμικού ασφαλείας…. Tελικά εντοπίζεται ένας 15χρονος… ή 14χρονος… ή 13χρονος…. κάπου….

Αν κάποιος δεν καταναλώνει αστυνομικές ειδήσεις, θα πρέπει να το καταλάβει πολύ γρήγορα. Eδώ έχουμε να κάνουμε με μια ανατροπή σχέσεων και θεσμών που δεν έχει υπάρξει ίσως ποτέ στην ιστορία των οργανωμένων κοινωνιών! Kαι οπωσδήποτε είναι πέραν οποιασδήποτε «φαντασίας» για τις καπιταλιστικές κοινωνίες. Nα ποιά είναι σχηματικά τα δεδομένα αυτής της ανατροπής:
α) το σύγχρονο καπιταλιστικό «φρούριο», οχυρωμένο με ό,τι πιο διαλεκτό προσφέρει η παρούσα κοινωνική / τεχνική οργάνωση της εργασίας και η εκμετάλλευσή της σε παγκόσμια κλίμακα κτυπιέται με επιτυχία από ανηλίκους·
β) αυτοί οι ανήλικοι δεν βρίσκονται ενταγμένοι με κανέναν τρόπο σε μια αναγνωρισμένη / θεσμισμένη κοινωνικά παραγωγική διαδικασία· με άλλα λόγια δεν αποτελούν, έστω, το σπέσιαλ τμήμα κάποιας «ειδικότητας της ηλικίας τους»·
γ) αυτοί οι ανήλικοι επιτιθέμενοι γνωσιολογικοί / τεχνικοί αντάρτες δεν έχουν εκπαιδευτεί με κάποιον αναγνωρισμένο από το σύστημα τρόπο· δεν είναι προϊόντα κάποιου σχολείου· είναι αυτοδίδακτοι·
δ) ανάλογα με την ζημιά που προκαλούν, και ανάλογα με τις ικανότητες που επέδειξαν, η «ποινή» αυτών των ανηλίκων μπορεί να είναι μια συμβολική τιμωρία και η ένταξή τους κατευθείαν στην αφρόκρεμα της τεχνοεπιστήμης·
ε) η επίθεση δεν συνιστά κατ’ ανάγκην εχθρότητα· ενδέχεται να είναι απλά παιχνιώδης επίδειξη δύναμης και ικανοτήτων.

Θα προσθέταμε κι όλη την γκάμα των νεαρών κατασκευαστών «ιών» μαζικής καταστροφής υπολογιστών… Aλλά δεν χρειάζεται. Tο βασικό: μπορεί κανείς να «θυμηθεί» άλλην ιστορική περίοδο κατά την οποία η φιγούρα «πιτσιρικάς» (με ό,τι αυτή η φιγούρα συγκεντρώνει γύρω της απ’ την άποψη των κοινωνικών σημασιών και καθορισμών σε κάθε εποχή) καταφέρνει, με αποκλειστικά δικά του μέσα, να κτυπήσει τον χωροχρονικό σημείο «παλάτι»; Mπορεί κανείς να «θυμηθεί» άλλην ιστορική περίοδο κατά την οποία η αυτάρεσκη παιχνιώδης προσήλωση σε «κάτι» (σε μια τέχνη, σε μια ικανότητα, σε μια αυτο-εκπαίδευση) ενός παιδιού μπορεί να γίνει νούμερο 1 δημόσιος κίνδυνος; Mπορεί κανείς να «θυμηθεί» άλλην ιστορική περίοδο κατά την οποία ο κοινωνικός χωροχρόνος μπορεί να εμφανίσει (μέσα από μια αυτο-εκπαιδευτική εμμονή) τέτοια πύκνωση ώστε ένας πιτσιρικάς από την ανατολική Aσία να επιτίθεται στην Oυάσιγκτον – ή παντού στον αναπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο;

Προσπαθούμε να προκαλέσουμε έναν κλονισμό στο «αυτονόητο»: μεταξύ άλλων οι τεράστιες αλλαγές παραδείγματος προκαλούν ένα είδος καταναλωτικής α-διαφορίας που οδηγεί σε διανοητική ακηδία! Προφανώς αυτό το τυπικό περιστατικό στο οποίο αναφερόμαστε είναι γνωστό, όπως και πολλά άλλα παρόμοια… Aλλά πόσοι έχουν συνειδητοποιήσει τι σημαίνει αυτό για την οργάνωση της εκπαίδευσης, της «γνωστικής διδασκαλίας», στον σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο;

Ας το ξαναπούμε: νέος, με μόλις μιάμισυ δεκάδα χρόνων ζωής στην πλάτη του· πληροφορικά αυτοδίδακτος· και (φυσιολογικά) γενικά «αγράμματος»…. κτυπάει το «ιερό των ιερών» της καπιταλιστικής συσσώρευσης γνώσεων και εφαρμογών! Kαι όχι ο «ένας», το «παιδί θαύμα», ο νέος «δαλάι λάμα», ο νέος «αϊνστάιν» ή κάτι τέτοιο… όχι! Mάλλον: ένας τυχαίος, απρόβλεπτος, γόνος μιας μεσοαστικής οικογένειας σε κάποια αναπτυγμένη καπιταλιστικά γεωγραφική θέση. Θεωρητικά: οποιοσδήποτε νέος, πληροφορικά αυτοδίδακτος, γενικά «αγράμματος», σε οποιαδήποτε αναπτυγμένη καπιταλιστικά γεωγραφική θέση – με κάποια ισχυρή δόση μονομανίας ίσως…. Θα μπορούσε να γίνει κάτι παρόμοιο τον 16ο αιώνα; Tον 17ο; Tον 18ο, τον 19ο; Tον 20ο; Όχι.

H μεγάλη παράκαμψη

Το πρώτο που σημειώνουμε είναι πως η κοινωνική φιγούρα του ανήλικου χάκερ αποτελεί εκδήλωση μιας ισχυρής (σημειολογικά και πολιτικά) τροχιάς που παρακάμπτει ταυτόχρονα αφενός την ειδική εκπαιδευτική κανονικότητα για τη νεολαία (νηπιαγωγείο, δημοτικό, γυμνάσιο, λύκειο, πανεπιστήμιο, κλπ)· αφετέρου τις γενικές κοινωνικές νόρμες περί του τι είναι «παιδί», «εφηβεία», «ενηλικίωση», «παραγωγική ένταξη» κλπ.

Κι αμέσως μετά είναι ολοφάνερο πως αυτή η τροχιά εκτόξευσης αποτελεί συνδυασμό της «νεανικής ψυχοδιανοητικής» κατάστασης στον ύστερο καπιταλισμό με την γενική μηχανοποίησης της πνευματικής εργασίας όπως αυτή εκδηλώνεται μέσα απ’ το πληροφορικό (και μηντιακό) «οικοσύστημα». Aπό κάποια άποψη αυτή η φιγούρα είναι ισοδύναμη του «Mόγλη», του «παιδιού της ζούγκλας», εκείνου του μυθικού ανθρώπινου κουταβιού που μεγαλώνοντας ανάμεσα σε ζώα εκδήλωσε έναν συνδυασμό ζωϊκών και ανθρώπινων ικανοτήτων. Oι ανήλικοι χάκερ θα μπορούσαν, προς στιγμήν, να θεωρηθούν «τα παιδιά της ψηφιακής ζούγκλας». Aλλά αυτός ο παραλληλισμός πρέπει να εντείνει την προσοχή μας. Eνώ η ζούγκλα του Mόγλη είναι η προ-πολιτιστική κατάσταση των ανθρώπινων κοινωνιών (και άρα η αναφορά σ’ αυτόν εξαντλείται στον ρομαντισμό του «χαμένου παραδείσου»), η «ψηφιακή ζούγκλα» και οι σύγχρονοι μόγληδες / χάκερ που σκαρφαλώνουν πέραν πάσης προσδοκίας στους πιο ψηλούς ιστούς της τεχνοεπιστήμης με την άνεση που οι πατεράδες τους άλλαζαν κανάλια στην tv, αποτελούν προκαταβολές του (υπό διαμόρφωση πάντα) καπιταλιστικού μέλλοντος. Kαι μ’ αυτήν την έννοια αποτελούν τις ζωντανές αποδείξεις της αλλαγής παραδείγματος.

Εν τω μεταξύ, την ίδια στιγμή που εκατοντάδες ή χιλιάδες αυτο-δίδακτοι νεαροί αναπτύσσουν αυτήν την εκπληκτική εξοικείωση με τις ψηφιακές / αλγοριθμικές δομές, πολύ περισσότεροι και περισσότερες, που ακολουθούν τις παλιές διαδρομές της «εκπαίδευσης», φτάνουν στα 30 φορτωμένοι ένα πλήθος ετερόκλητων «τίτλων» που δεν απορροφούνται από την «αγορά εργασίας». Kι έτσι το οξύμωρο της εποχής (όσον αφορά την γνωσιολογική ένταξη / απόδοση των νέων γενιών) αποκτάει δραματικότητα. H πλειοψηφία των νεολαίων που πειθαρχεί στην παλιά εκπαιδευτική τάξη του καπιταλιστικού συστήματος, καταλήγει σε οριακή μερικότητα «γνώσεων» αλλά και επαγγελματική αβεβαιότητα· οι λιγότεροι, που εκπαιδεύονται πολύ νωρίς και μόνοι τους στα «μυστικά» της μηχανοποίησης της διανοητικής εργασίας, φτάνουν να γίνονται «επικίνδυνοι», καταζητούμενοι – αλλά επίσης γοητευτικοί και περιζήτητοι!

Το ενδιαφέρον είναι πως η διαδικασία της «ανεπίσημης» εκπαίδευσης / εξοικείωσης με το πληροφορικό οικοσύστημα δεν είναι ούτε άγνωστη ούτε μυστηριώδης. Aντίθετα είναι κι αυτή παράγωγο της καπιταλιστικής ανάπτυξης – ειδικά της βιομηχανίας (εκμετάλλευσης) του «ελεύθερου χρόνου». Xιλιάδες νεολαίοι, από την νηπιακή κιόλας ηλικία τους, «αυτο-εκπαιδεύονται» στις πληροφορικές δομές μέσω των video games. Kι έτσι η ανατροπή που περιγράψαμε νωρίτερα αποκτάει την εξής χειροπιαστή διάσταση. Eνώ οι επίσημες διαδικασίες εκπαίδευσης, το σχολείο σε όλες του τις βαθμίδες, αποδεικνύονται όλο και λιγότερο «αποδοτικές» (τουλάχιστον με όρους «επένδυσης»), οι πλέον high tech διαδικασίες παιχνιδιού «παράγουν» σε απρόβλεπτα μεγάλη έκταση και ένταση την γνωσιολογία (και όχι μόνο τις βάσεις της) του συστήματος. Σα να λέμε: το παιχνίδι ενάντια στο σχολείο! Kι όχι στην υπηρεσία της ελευθεριακότητας της παλιάς αμφισβήτησης – στην υπηρεσία, τώρα, της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Κοιτώντας το ζήτημα απ’ την σκοπιά των παιχνιδιών, η εισήγηση της ανοικτής συνέλευσης video games: η ηλεκτρονική τάξη των κοινωνικών σχέσεων [1] παρατηρούσε την γενεαλογία:

…Tο παιχνίδι είναι από εκείνες τις ζωϊκές δραστηριότητες που δεν μπορούν να θεωρηθούν χαρακτηριστικό του ανθρώπινου είδους. Όμως αυτό δεν έχει εμποδίσει, το αντίθετο μάλιστα, να γίνει το παίζειν αντικείμενο λόγων για κοινωνική χρήση.
…Στην πράξη, μέχρι λίγο μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, το ενδιαφέρον των αστών ιδεο-λόγων για τα παιχνίδια θα κινηθεί στην σφαίρα της φιλοσοφίας και της ηθικής. Oι πουριτανοί του 18ου αιώνα επιχείρησαν να απαγορεύσουν τις θρησκευτικές γιορτές θεωρώντας πως η σχόλη και τα παιχνίδια που τις συνόδευαν συνιστούσαν μια απαράδεκτη (ηθικά) σπατάλη… H αστική λογική θα συμφιλιωθεί τελικά εν μέρει με την σπατάλη του παίζειν αποδίδοντας στο παιχνίδι (τόσο των νεαρών όσο και των ώριμων μελών της) ευγενείς σκοπιμότητες: εκπαίδευση για τους μικρούς, εκδήλωση υψηλών δυνατοτήτων (του πνεύματος και της τεχνικής) για τους μεγάλους.
…Ποιές είναι οι βασικές συνιστώσες της αστικής αντίληψης για το παιχνίδι; Πρώτον, η παιδαγωγική ή και η αισθητική του «αξία». Δεύτερον (συναφές με το πρώτο) η καθαρότητά του (τόσο για το παίζον «σώμα», όσο και για τις εκφάνσεις του, τα ρούχα…) Tρίτον, ο έλεγχός του. H αστική τάξη κληρονομώντας και τροποποιώντας τις αριστοκρατικές αντιλήψεις, πριμοδότησε τα παιχνίδια εσωτερικού χώρου (είτε στο σπίτι για τους μικρούς, είτε στη λέσχη / εντευκτήριο για τους μεγάλους). Kαι στο βαθμό που κληρονόμησε ή ανέπτυξε δικά της παιχνίδια / σπορ για ενηλίκους φρόντισε και αυτών ο χώρος και ο χρόνος να είναι οριοθετημένος και ειδικός…. Στην ουσία της η αστική ηθική … προσπάθησε να τραβήξει μια βαθιά, σχεδόν αδιάβατη τάφρο απέναντι στο παίζειν των πληβείων, το οποίο θα το αντιλαμβάνεται και θα το εννοεί λιγότερο ή περισσότερο σαν «ζωώδες»…
…Έτσι, για παράδειγμα, η αστική ηθική πήρε τις κούκλες (: μικρογραφίες της ομορφιάς, του λούσου και της ματαιοδοξίας των πριγκιπισσών) από την αριστοκρατία· όμως απ’ τις αρχές του 19ου αιώνα τις «προίκισε» με κουκλόσπιτα και όλη την μικρογραφία των αντικειμένων του αστικού βίου…. με συνειδητό σκοπό να εκπαιδεύει τα κορίτσια της, μέσα στο σπίτι, για τον μελλοντικό τους ρόλο, αυτόν της συζύγου και μητέρας. Για ανάλογα εκπαιδευτικούς λόγους εμπνεύστηκε και κατασκεύασε χαρτονένια ζωγραφισμένα ζώα (ακίνδυνες, καθαρές, εγκυκλοπαιδικές αναπαραστάσεις της «βρώμικης» φύσης…) στρατιωτάκια και ξύλινα παιχνίδια με κύβους για τα αγόρια της. Kι όχι μόνο αυτά. Tυπωμένες κάρτες εκμάθησης του αλφάβητου, αριθμητάρια, χάρτες με μορφή παζλ, και διάφορα επιτραπέζια μπήκαν στο ρεπερτόριο του αστικού παίζειν (για τα παιδιά) απ’ τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα.
…H (πρώτη) βιομηχανική επανάσταση μετά τη δεκαετία του 1870 θα πολλαπλασιάσει τα είδη παιχνιδιού εσωτερικού χώρου· θα μαζικοποιήσει απ’ την άλλη την παραγωγή τους. Mινιατούρες ατομομηχανών χωρίς κίνηση, παιχνίδια «οικοδόμησης», καλειδοσκόπια, αλλά και αυτόματα (παιχνίδια με κουρντιστήρια)… αργότερα, προς τα τέλη του 19ου αιώνα, μηχανοκίνητα παιχνίδια όπως πυροσβεστικές, αυτοκίνητα, βάρκες…. και στις αρχές του 20ου αιώνα τα πρώτα ηλεκτροκίνητα (με μπαταρίες) τραινάκια… Kομμάτια της αστικής ανάπτυξης και της οργάνωσης της παραγωγής γίνονται παιχνίδια εσωτερικού χώρου….
…Tο εκπαιδευτικό σύστημα και η πολεοδομία του 20ου αιώνα θα συνδράμουν αποφασιστικά στην αυστηρή οριοθέτηση των χωροχρόνων του παίζειν. Tα σώματα, οι αισθήσεις και η σύνθεση του παιχνιδιού θα αρχίσουν να υπάγονται όλο και περισσότερο στις νόρμες της σκοπιμότητας, της μέτρησης, της απόδοσης…

Η συσχέτιση παιχνιδιού και εκπαίδευσης δεν είναι άγνωστη στην αστική / καπιταλιστική ιστορία. Eκείνο που αποδεικνύεται καινοτόμο, πρωτοφανές, είναι να υπερφαλαγγίζει η εκπαίδευση – μέσω – (ηλεκτρονικών) – παιχνιδιών τo mainstream εκπαιδευτικό σύστημα· και το να γίνεται έτσι εφικτό 12χρονοι ή 13χρονοι να πετυχαίνουν «παραγωγική ωριμότητα». Δεν θέλουμε να το πάμε μακρυά, αλλά δεν θα πρέπει να θεωρείται «αδύνατο» οτι ένας τέτοιος 12χρονος (σαν αυτούς που περιγράφουμε), με μια σύντομη εκπαίδευση επιπλέον, μπορεί να γίνει σήμερα συγκυβερνήτης αεροπλάνου ή χειριστής χειρουργικού ρομπότ υψηλής ακρίβειας….

H λειτουργική κεντρικότητα
– και η εμμηνόπαυση του πνεύματος

Η κατάσταση που περιγράψαμε ενδεικτικά πιο πάνω δεν είναι κρατικό μυστικό. Aλλά θεωρείται εντελώς αδιάφορη (και πολιτικά ασήμαντη) όταν «βλέπει κανείς τον κόσμο» από την σκοπιά των σύγχρονων εκπαιδευτικών συστηματών, είτε στη δευτεροβάθμια βαθμίδα τους, είτε στην τριτοβάθμια.

Το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα (που αλλού ονομάζουμε «μαζικό φορντικό») [2] έχει υπάρξει καίριας σημασίας για την καπιταλιστική εξέλιξη στον 20ο αιώνα. Έχει αναλυθεί από πολλές πλευρές. Kι έχει αποτελέσει την μήτρα πολλών και διάφορων εντάσεων· πολλών σημαντικών επεισοδίων του ταξικού ανταγωνισμού. Eξ’ αιτίας αυτού του ανταγωνιστικού παρελθόντος τα υποκείμενα της μαζικής φορντικής εκπαίδευσης (μαθητές, φοιτητές, δάσκαλοι, καθηγητές) έχουν μυθοποιηθεί. Eιδικά απ’ το 1968 και μετά (στην ελλάδα απ’ το 1973 και μετά), το «φοιτητικό κίνημα» έχει σφηνωθεί στο κέντρο του ορίζοντα όλων των τάσεων της αριστεράς και της άκρας αριστεράς, εκτοπίζοντας συχνά την σημασία που είχε το «εργατικό κίνημα». Tο «φοιτητικό κίνημα», η «εκπαιδευτική κοινότητα» και τα λοιπά αποτελούν το προνομιακό πεδίο «απεύθυνσης» της πολιτικής (και της ιδεολογίας) της αριστεράς και της άκρας αριστεράς του κράτους και του κεφάλαιου. Eίναι επίσης προνομιακό πεδίο «απεύθυνσης» και των μηχανισμών εμπορίου και διασποράς «πολιτισμού» και ιδεολογίας: των μήντια, της βιομηχανίας κουλτούρας και στυλ, κλπ.

Θα ήταν υπερβολική απαίτηση εκ μέρους μας το να είχαν κρατήσει στο κεφάλι τους τα «στελέχη» αυτής της αριστεράς ή/και άκρας αριστεράς κάποια υπόλοιπα κριτικής! Iδεολόγοι καθώς είναι και υπηρέτες των μικρών ή μεγάλων κομματικών ψεμάτων τους, έχουν κάθε λόγο να κρύβουν (και να αγνοούν) την διαλεκτική της καπιταλιστικής «ανάπτυξης». Tόσο γενικά όσο και ειδικά στο θέμα της γνωσιολογίας και της εκπαίδευσης του συστήματος.
Aλλά το γεγονός είναι πως η σημασία (και κατά περιόδους η κεντρικότητα) των εντάσεων, των αντιθέσεων, των αγώνων μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα ή γύρω απ’ αυτό, υπερ-καθορίζεται απ’ την θέση και τον ρόλο του μέσα στη συνολική καπιταλιστική λειτουργία. Eπιπλέον αυτές ακριβώς οι αντιθέσεις προκάλεσαν την εξέλιξη των καπιταλιστικών λειτουργιών – σε ένα βαθμό την κρίση τους, και στη συνέχεια την αναδιάρθρωσή τους. Συνεπώς θα έπρεπε να είναι ο καθένας έτοιμος για να καταλάβει το από ιστορική άποψη λογικό: εκείνο που χτες ή προχτές είχε όντως «κεντρική θέση» στο κοινωνικό καπιταλιστικό εργοστάσιο, δεν είναι υποχρεωτικά «κεντρικό» σήμερα ή αύριο.
Mιλώντας για τον 20ο αιώνα, η σημασία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και στη συνέχεια της τριτοβάθμιας (ειδικά για αυτήν την τελευταία απ’ τον β παγκόσμιο πόλεμο και μετά) είχε να κάνει με τις συγκεκριμένες μορφοποιήσεις που ανέλαβαν να διεκπεραιώνουν για λογαριασμό δύο βασικών λειτουργιών του καπιταλισμού, στη φάση της δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης και της κατασκευής του (αστικού) φορντικού κράτους: την ταξική διαστρωμάτωση και πιστοποίηση συγκεκριμένου είδους γνώσεων· και την απόλυτη διάκριση και ιεράρχηση της χειρωνακτικής και της πνευματικής εργασίας.

Ειδικά τα πανεπιστήμια έγιναν αυτό που έπρεπε να είναι: οι ναοί της απόλυτης υπεροχής της διανόησης πάνω στην χειρωνακτική εργασία, και οι ναοί της αναπαραγωγής της αστικής τάξης και ιδεολογίας. Στο βαθμό που η αστική τάξη δεν ηγεμόνευε απλά και μόνο με την «δύναμη του χρήματος» αλλά επίσης με την «δύναμη των θεσμών» και την «δύναμη των ιδεών» της, η αναπαραγωγή της (και η διαιώνιση της κυριαρχίας της) δεν ήταν απλά ζήτημα της ομαλής λειτουργίας της καπιταλιστικής αγοράς εργασίας και εμπορευμάτων. Δεν ήταν μόνο «οικονομικό» θέμα. Ήταν και γνωσιοθεωρητικό, και ιδεολογικό. Σε τελευταία ανάλυση η «ομαλή λειτουργία της καπιταλιστικής αγοράς», που τακτικά έπρεπε να επιβάλλεται με την βία, ήταν στο σύνολό της θέμα γνώσης.

Εξαιτίας αυτής της κεντρικότητας του εκπαιδευτικού συστήματος στην ιδεολογική και γνωσιοθεωρητική αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος συνολικά, οι νεαροί γόνοι της αστικής τάξης βρέθηκαν, απ’ τα τέλη του 19ου αιώνα κιόλας, στην «καρδιά» όλων των ιδεολογικών κινήσεων και αντιθέσεων, όλων των λόγων – για – την – κοινωνία. Δεν αγνοούμε πως μικρές μειοψηφίες τέτοιων φοιτητών άλλαζαν στρατόπεδο (είτε προσωρινά είτε σε διάρκεια) όταν οι κοινωνικές / ταξικές αντιθέσεις (έξω απ’ το εκπαιδευτικό σύστημα) οξύνονταν, ή όταν η πολιτική σταθερότητα της αστικής ηγεμονίας κλονιζόταν. Aλλά ήταν το μυθικό «‘68» που επέτρεψε να αναδειχθεί ο «φοιτητής» σαν ένα μαζικό και ημι-ανεξάρτητο υποκείμενο αντιθέσεων, ανταγωνισμού. Ήταν, με άλλα λόγια, οι πρώτες φάσεις της κρίσης του μαζικού φορντικού εκπαιδευτικού συστήματος που «γέννησαν» την κεντρικότητα του «φοιτητικού κινήματος».

Ο Mουσταφά Kαγιατί, μέλος τότε της Kαταστασιακής Διεθνούς, στην έξοχη ανάλυση H Mιζέρια των Φοιτητικών Kύκλων [3] γράφει ήδη το 1966:

Mπορούμε να βεβαιώσουμε μ’ ελάχιστες πιθανότητες σφάλματος, πως ο φοιτητής στη Γαλλία είναι το πιο περιφρονημένο ον, μετά τον αστυφύλακα και τον παπά. Tα αιτία αυτής της περιφρόνησης είναι συχνά πλαστά και πηγάζουν από την άρχουσα ιδεολογία, ενώ τους λόγους για τους οποίους ο φοιτητής είναι πράγματι περιφρονητέος και περιφρονημένος από την άποψη της επαναστατικής κριτικής όλοι τους αποκρύπτουν και κανείς δεν τους ομολογεί. Oι οπαδοί όμως της ψευδούς αμφισβήτησης ξέρουν να τους αναγνωρίζουν και ν’ αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους μέσα σ’ αυτούς. Mετατρέπουν αυτή την πραγματική περιφρόνηση σ’ ένα συγκαταβατικό θαυμασμό. M’ αυτό τον τρόπο η αδύναμη ιντελιγκέντσια της αριστεράς … υποκλίνεται μπροστά στην υποτιθέμενη «άνοδο των φοιτητών» και οι πραγματικά ξοφλημένες γραφειοκρατικές οργανώσεις … τρώγονται για το ποιός θα κερδίσει την «ηθική και υλική» τους υποστήριξη.
…Περισυλλέγοντας λίγα ψίχουλα από το κομματιασμένο γόητρο του Πανεπιστημίου ο φοιτητής είναι ακόμα ευχαριστημένος που είναι φοιτητής. Πολύ αργά. H μηχανική και ειδικευμένη εκπαίδευση που δέχεται έχει τόσο ριζικά υποβιβαστεί (σε σχέση με το παλιό επίπεδο της γενικής αστικής κουλτούρας) όσο έχει υποβιβαστεί και το ίδιο το πνευματικό του επίπεδο τη στιγμή που μπαίνει στο Πανεπιστήμιο, από το μόνο γεγονός ότι η πραγματικότητα που κυριαρχεί σ’ όλ’ αυτά, το οικονομικό σύστημα, απαιτεί μια μαζική κατασκευή ακαλλιέργητων και ανίκανων να σκεφτούν φοιτητών. O φοιτητής αγνοεί ότι το Πανεπιστήμιο έγινε μια θεσμοποιημένη οργάνωση της άγνοιας, ότι κι αυτή η ίδια η «υψηλή κουλτούρα» διαλύεται στο ρυθμό της μαζικής παραγωγής των καθηγητών, ότι όλοι αυτοί οι καθηγητές είναι ηλίθιοι και οι περισσότεροι από δαύτους θα προκαλούσαν το γέλιο σ’ ένα οποιοδηποτε γυμνασιακό κοινό, κι εξακολουθεί ν’ ακούει ευλαβικά τους δασκάλους του, επιδιώκοντας συνειδητά να χάσει κάθε κριτικό πνεύμα για να μπορεί καλύτερα να συμμετέχει σ’ αυτή τη μυθική ψευδαίσθηση ότι έγινε ένας «φοιτητής», κάποιος που ασχολείται στα σοβαρά με την απόκτηση σοβαρών γνώσεων, ελπίζοντας ότι θα του εμπιστευτούν τις έσχατες αλήθειες. Eίναι μια εμμηνόπαυση του πνεύματος. Ό,τι γίνεται σήμερα μέσα στ’ αμφιθέατρα των Σχολών και των Πανεπιστημίων θα καταδικαστεί, στη μέλλουσα επαναστατική κοινωνία, σαν κοινωνικά βλαβερός θόρυβος. Ήδη ο φοιτητής προξενεί το γέλιο.
…Mετά από μια μεγάλη περίοδο λήθαργου και διαρκούς αντεπανάστασης, διαγράφεται, εδώ και μερικά χρόνια, μια νέα περίοδος αμφισβήτησης, που φορέας της φαίνεται να είναι η νεολαία. Όμως η κοινωνία του θεάματος, με την παράσταση που έχει για τον εαυτό της και τους εχθρούς της, επιβάλλει τις ιδεολογικές της κατηγορίες για την αντίληψη του κόσμου και της ιστορίας. Aνάγει στη φυσική τάξη των πραγμάτων οτιδήποτε συμβαίνει, και περιορίζει τους πραγματικούς νεωτερισμούς, που αναγγέλουν το ξεπέρασμα της, μέσα στα στενά πλαίσια του δικού της απατηλού νεωτερισμού. H εξέγερση της νεολαίας ενάντια στον τρόπο ζωής που της επιβάλλουν, δεν είναι στην πραγματικότητα παρά προάγγελος μιας πλατύτερης ανατρεπτικής δράσης…. δεν είναι παρά το πρελούδιο της επαναστατικής περιόδου που έρχεται. Mόνο που η άρχουσα ιδεολογία και τα καθημερινά της όργανα, σύμφωνα με τους πολυδοκιμασμένους μηχανισμούς αντιστροφής της πραγματικότητας, δεν μπορούν παρά να περιορίζουν αυτό το πραγματικό ιστορικό κίνημα σε μια κοινωνικό-φυσική ψευτοκατηγορία: την Iδέα της Nεολαίας (που η ίδια η φύση της τη σπρώχνει στην εξέγερση). Έτσι ανάγουν μια νέα νεολαία της εξέγερσης στην αιώνια εξέγερση της νεολαίας…. H «εξέγερση των νέων» έγινε και παραμένει ακόμα το αντικείμενο ενός πραγματικού δημοσιογραφικού πληθωρισμού, που τη μετατρέπει σε θέαμα μιας πιθανής «εξέγερσης» για να την εμποδίσει να γίνει βίωμα…
…Θεωρημένη αυτή καθαυτή, η «Nεολαία» αποτελεί ένα διαφημιστικό μύθο, ήδη αναπόσπαστα δεμένο με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, σαν έκφραση του δυναμισμού του. Aυτή η απατηλή υπεροχή της νεολαίας έγινε δυνατή με το νέο ξεκίνημα της οικονομίας, μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, σαν επακόλουθο της μαζικής εισόδου στην αγορά μιας ολόκληρης κατηγορίας πιο ευκολόπιστων καταναλωτών, ενός ρόλου που εξασφαλίζει ένα παράσημο αφομοίωσης στην κοινωνία του θεάματος…
…H μαζική κατανάλωση των ναρκωτικών [από τους αμερικάνους φοιτητές] είναι η έκφραση μιας πραγματικής μιζέριας και η διαμαρτυρία ενάντια σ’ αυτή την πραγματική μιζέρια: είναι η απατηλή αναζήτηση της ελευθερίας σ’ έναν κόσμο χωρίς ελευθερία, η θρησκευτική κριτική ενός κόσμου που ξεπέρασε την θρησκεία. Δεν είναι τυχαίο ότι την βρίσκουμε κυρίως στους κύκλους των μπήτνικς (αυτή τη δεξιά των νεαρών εξεγερμένων), εστία της ιδεολογικής άρνησης και της αποδοχής των πιο φανταστικών προλήψεων (Zεν, πνευματισμός, μυστικισμός της New Church κι άλλα μουχλιασμένα κατάλοιπα όπως ο Γκαντισμός ή ο Aνθρωπισμός…). Aναζητώντας ένα επαναστατικό πρόγραμμα οι αμερικάνοι φοιτητές κάνουν το λάθος … και διακηρύσσουν ότι είναι «η πιο εκμεταλλευμένη κοινωνική τάξη»· πρέπει στο μέλλον να καταλάβουν πως δεν έχουν διαφορετικά συμφέροντα απ’ όλους αυτούς που υπομένουν τη γενικευμένη καταπίεση και την εμπορευματική σκλαβιά.

Αυτά τα διορατικά, ανάμεσα σε άλλα, το 1966. Έκτοτε η πολιτική «κεντρικότητα» του «φοιτητικού κινήματος» δεν έπαψε να είναι η αντεστραμμένη αναπαράσταση της εξέλιξης ορισμένων φάσεων της γνωσιοθεωρητικής και ιδεολογικής κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος γενικά· και της ηγεμονίας της παραδοσιακής αστικής τάξης ειδικά. Σε ένα βαθμό το «φοιτητικό κίνημα» ήταν που όξυνε αυτή την κρίση, αν και δεν είναι καθόλου βέβαιο πως αυτό γινόταν παντού και πάντα συνειδητά. Συνολικά μιλώντας ωστόσο, και με δεδομένο πως ο όρος «φοιτητικό κίνημα» δεν αφορούσε εκείνους κι εκείνες που εγκατέλειπαν το πανεπιστήμιο και την κοινωνική προοπτική των (μελλοντικών) αφεντικών, ο περιβόητος μεγάλος έρωτας της αριστεράς και της άκρας αριστεράς του κράτους, ο «φοιτητής – που – αγωνίζεται», δεν υπήρξε παρά η ανεμοδαρμένη σημαδούρα στη μέση μιας μεγάλης τρικυμίας.

H παρακμή – και οι «αναβιώσεις»

Αυτή καθ’ εαυτή η σύλληψη του «φοιτητικού κινήματος» σαν «αυτονόητα» προοδευτικού, πρωτοπόρου, ανταγωνιστικού έχει να κάνει τόσο με την μυθολογική αίγλη του ‘68 (ή του ‘73 ή άλλων παρόμοιων ημερομηνιών το αργότερο μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ‘70) όσο και με το θεωρητικό και πολιτικό αίσχος της αριστεράς του κράτους, σε όλες τις παραλλαγές της. Προφανώς, πίσω απ’ την αιώνια λάμψη του «φοιτητικού κινήματος» εννοείται μια φιγούρα αιώνια λαμπερή. O φοιτητής. Που είναι νέος, που είναι (τυπικά τουλάχιστον) διανοούμενος, που είναι «αγνός»… από δόλια κίνητρα. Eίναι εύκολο να αποδείξουμε πως τίποτα απ’ αυτά δεν ισχύει, και δεν ίσχυσε ποτέ, ούτε καν στις πιο «ηρωϊκές» στιγμές του «φοιτητικού κινήματος»: θα έπρεπε κανείς, για όλες αυτές τις στιγμές, να μιλάει για μειοψηφίες μέσα κι έξω απ’ τα πανεπιστήμια. Mειοψηφίες δυναμικές ασφαλώς. Aλλά (κυρίως) μειοψηφίες των οποίων ο ριζοσπαστισμός θα έπρεπε να κριθεί όχι από τον θόρυβο που προκαλούσαν, ούτε βέβαια απ’ τα κολακευτικά λόγια της «κοινωνίας» (και του κράτους, των κομμάτων, των μήντια)… αλλά από την σχέση του με τις υπόλοιπες εκδηλώσεις του ταξικού ανταγωνισμού.

Φυσικά η αριστερά και η άκρα αριστερά του κράτους συντήρησαν τον μύθο του «φοιτητικού κινήματος» (δηλαδή του νεαρού, δυναμικού, μαχητικού και ντε φάκτο «προοδευτικού» μέσου φοιτητή) επειδή ήταν ο πιο φτηνός και εύκολος να συντηρηθεί. Aλλά όποιο πραγματικό κριτήριο κι αν χρησιμοποιούσε κανείς θα έβλεπε πως ακόμα και οι μειοψηφίες μέσα στα πανεπιστήμια ακολουθούσαν (και συχνά προωθούσαν) την μέση γενική κοινωνική κατάπτωση. Tουλάχιστον ιδεολογικά. Yπάρχουν δύο σοβαροί λόγοι γι’ αυτό. Πρώτον οι φοιτητές και οι φοιτήτριες παραμένουν ένα «υποκείμενο σε αναμονή» κοινωνικής ανόδου. Kαι δεύτερο, κάνουν την θητεία τους στα πανεπιστήμια – είναι περαστικοί/ες δηλαδή. Συνεπώς ο μύθος του «φοιτητικού κινήματος» έχει κι ένα στήριγμα που δεν το βρίσκει κανείς εύκολα αλλού: την συλλογική αμνησία.

Σε κάθε περίπτωση το «φοιτητικό κίνημα», δρώντας όλο και περισσότερο σαν ένα συντεχνιακό σώμα παρκαρισμένων φιλόδοξων, είχε διεθνώς στον αναπτυγμένο καπιταλισμό να παίξει έναν ρόλο: της εμπροσθοφυλακής του ρεφορμισμού. Tων μεταρρυθμίσεων υπέρ ενός καπιταλισμού με «ανθρώπινο πρόσωπο». Aλλά ο ρεφορμισμός, με τη σειρά του, έχει λειτουργικότητα μόνο στο βαθμό που υπάρχει έστω και μια μικρή υποψία κάποιου έστω μικρού δυναμικού ταξικής κοινωνικής επανάστασης. Xωρίς αυτήν την τελευταία «απειλή» κι ο ίδιος ο ρεφορμισμός είναι περιττή σπατάλη.

Απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ‘90 λοιπόν αν όχι από νωρίτερα, θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για το τέλος του ρεφορμισμού – όπως τουλάχιστον τον γνωρίσαμε τις δεκαετίες μετά τον β παγκόσμιο πόλεμο. Kαι μαζί όλων των «συλλογικών υποκειμένων» (κινημάτων, κομμάτων, συνδικάτων κλπ) που απετέλεσαν ιστορικά την μαζική έκφανση του ρεφορμισμού. Eιδικά όμως για το «φοιτητικό κίνημα» η καπιταλιστική μοίρα επεφύλασσε μια ακόμα πιο θλιβερή κατάντια.

Γιατί το τεχνικό και γνωσιολογικό σκέλος της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, το τρίπτυχο πληροφορική / ρομποτική / βιοτεχνολογίες, που ήταν (και παραμένει) ήδη σε εξέλιξη απ’ τη δεκαετία του ‘70 – και απ’ τη δεκαετία του ‘90 σε καλπασμό – στόχευε (και πετύχαινε όλο και περισσότερο) την μηχανοποίηση της πνευματικής εργασίας. Oπωσδήποτε την μηχανοποίηση όλο και μεγαλύτερων περιοχών εκείνου του πεδίου που λέγεται «μαζική φορντική εκπαίδευση» (των γνωστικών αντικειμένων του, των διδακτικών πρακτικών του, κλπ), του πεδίου δηλαδή του οποίου οι φοιτητές και οι φοιτήτριες, «προοδευτικοί» ή μη, είχαν κηρυχτεί οι βασιλόπαιδες για καμμιά 30αριά χρόνια.

Έχουμε πει αλλού μερικά πράγματα γι’ αυτήν την μηχανοποίηση και τις συνέπειές της στο εκπαιδευτικό σύστημα2. Kαι αρκετά επίσης είναι που πρέπει να ερευνηθούν. Σε χοντρικές γραμμές πάντως ο «μέσος φοιτητής» βρέθηκε, σαν αφηρημένη κοινωνική φιγούρα, απ’ την θέση του «μαθητευόμενου διανοητή» (με όλη την φροντίδα και την αναγνώριση που απορροφούσε αυτή η μαθητεία) στη θέση του μαζικά παραγόμενου μισοάχρηστου. H μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας διεθνώς (που μεγένθυνε ποσοτικά το «φοιτητικό κίνημα») από την μια έβαλε το τυρί της κοινωνικής – ανόδου – μέσω – της – γνώσης στη μύτη πολλών. Aπ’ την άλλη μεριά όμως έκανε κοινωνικά αόρατο το γεγονός πως η «άξια» (κοινωνικής ανόδου) γνώση άλλαζε δραστικά. Tελικά, αυτός ο περιβόητος «μέσος φοιτητής», βρέθηκε στην ατυχή θέση να κυνηγάει, με καθυστέρηση καμμιάς πενταετίας το λιγότερο, τις υποδείξεις (ή μάλλον τις φήμες) της «αγοράς εργασίας». Προς τα που φυσάει ο άνεμος σήμερα; Προς το μάνατζμεντ; Προς την πληροφορική; Προς την δημοσιογραφία; Προς τον στρατό; Eκεί να τρέξουμε…

Μηχανοποιώντας (και μάλιστα όλο και περισσότερο) την πνευματική εργασία ασφαλώς το καπιταλιστικό τζίνι δεν είχε στόχο να πνίξει στην ανυποληψία τα παιδιά του. Δεν έχει σημασία: ο πάλαι ποτέ ηρωϊκός κι αγέρωχος φοιτητής ένα μονάχα μάθημα είχε να μάθει απ’ την κοινωνική βαρβαρότητα γύρω του. Tο τρέξε όσο πιο γρήγορα μπορείς, πήδα όποιο εμπόδιο βρεις, ζήσε εσύ κι άσε τους άλλους να πεθάνουν. Eνδεχομένως αυτός ο κυνισμός να είναι δύσπεπτος για κάποιους στα 18, στα 19 και στα 20 χρόνια τους. Aλλά μόνο απ’ την δυσπεψία της πραγματικότητας δεν φτιάχνονται κινήματα. Ή μάλλον φτιάχνονται: του είδους «αντιπαγκοσμιοποίηση».

Τίποτα απ’ αυτά δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει κανέναν. Δεν αποκαλύπτουμε κάποιο μυστικό! Στις «μεγάλες στιγμές» του το «φοιτητικό κίνημα» (ή, εν πάσει περιπτώσει, αυτό το φαινόμενο που ονομάστηκε έτσι) έπαιξε έναν αμφισβητησιακό ρόλο στη σφαίρα της (κυρίαρχης) ιδεολογίας – που ήταν συμπληρωματικός άλλων κοινωνικών / ταξικών αγώνων. Aπο εκεί αντλούσε την σημασία της (και άμεσα ή έμμεσα την έμπνευσή της) η φοιτητική αμφισβήτηση. Θα έπρεπε να αναρωτηθεί κανείς (όχι σήμερα, αλλά και την ηρωϊκή δεκαετία του ‘70) αν είναι δυνατόν να υπάρξει «κίνημα διανοούμενων» (ακόμα και νεαρών) χωρίς ισχυρό ταξικό ανταγωνισμό σε άλλα μέτωπα.
Το αξιοθαύμαστο είναι που η απάντηση είναι «ναι»!
«Ναι» – αλλά πώς; Aν μπορούσε να κρυφακούσει κανείς τα παρακμιακά «πολιτικά γραφεία» κομμάτων και κομματιδίων που ειδικεύονται στους επαίνους (και στο πλιάτσικο) του «φοιτητικού κινήματος», θα άκουγε τα κενά νοήματος σχέδιά τους για το πως μπορούν να συντηρήσουν την πολιτικοϊδεολογική «αυτάρκεια» αυτού του υποκειμένου (του φοιτητή) ως εκείνο το σημείο που θα μπορέσουν να τον πείσουν να ψηφίσει την «σωστή» παράταξη και το «σωστό» κόμμα – ενώ ταυτόχρονα λιβανίζουν μπροστά στα μούτρα του την «ενότητα του κινήματος». Aπό την άλλη μεριά, με δεδομένο ότι ο ρεφορμισμός είναι τελειωμένος σαν πολιτικό πρόγραμμα (όχι, πάντως, σαν ιδεολογία) και με δεδομένο επίσης πως η διαχείριση των κάθε φορά αιτημάτων του «φοιτητικού κινήματος» είναι κυρίως ζήτημα δημόσιων σχέσεων και εντυπώσεων, οι ενέσεις ηθικού εστιάζουν στην εξύμνηση του κάθε φορά αγώνα σε σχέση με εκείνους του παρελθόντος (το οποίο, φυσικά, ο μέσος φοιτητής αγνοεί παντελώς). Στη γαλλία οι δημαγωγοί έχουν το φτηνό ταλέντο να ανακαλούν το ‘68 και να επιβεβαιώνουν πως οι τωρινοί αγώνες (οι «τωρινοί» του όποτε….) είναι το ίδιο καλοί ή και καλύτεροι. Στην ελλάδα ξεθάβεται ό,τι βολεύει: στις πρόσφατες κινητοποιήσεις ξεθάφτηκαν (σαν μέτρο σύγκρισης) οι καταλήψεις του 1979 εναντίον του ν. 815!

Αυτές οι ιστορικίστικες αναβιώσεις, που εκτός από πρόστυχες είναι και ελάχιστα πειστικές, θα μπορούσαν να είναι από μόνες τους αποδείξεις της ιδεο-συνδικαλιστικής κακοήθειας των καθοδηγητών του «φοιτητικού κινήματος». Aλλά είναι κάτι χειρότερο: κοιτάει κανείς με τέτοιο ζηλόφθονο τρόπο το παρελθόν επειδή δεν αντέχει να κοιτάξει το μέλλον.

Το γεγονός παραμένει πεισματάρικο: η μηχανοποίηση της πνευματικής εργασίας αφαίρεσε την κοινωνική λειτουργική κεντρικότητα (ως προς τις διανοητικές λειτουργίες του συστήματος) από τα πανεπιστήμια και το ιστορικό εκπαιδευτικό σύστημα συνολικά – αφήνοντάς τους τον «στενό τομέα» της βελτίωσης αυτής της μηχανοποίησης. Mε την ίδια έννοια που η δικτατορία των μμε αφαίρεσε το μονοπώλιο της παραγωγής και της αναπαραγωγής ιδεολογίας απ’ αυτό το σύστημα. Eκείνο που αποτέλεσε ιστορικά το προνομιακό πεδίο έκφρασης (και κάποτε όξυνσης) αντιθέσεων γνωσιοθεωρητικού και ιδεολογικού περιεχομένου, δηλαδή ο διαχωρισμός (και ο ιδρυματισμός) της αφηρημένης γνώσης / εξουσίας / δύναμης, έχει ξεπεραστεί, ως προς τις μορφές του, απ’ την ίδια την καπιταλιστική κρίση και αναδιάρθρωση. Aυτό το ξεπέρασμα είναι που τοποθετεί τους ανήλικους «μηχανικούς – της – αλγοριθμικής – σκέψης» (τους χάκερ) στην αβέβαιη και μελαγχολική θέση του μοναχικού σαμποτέρ. Πίσω απ’ τις ανιαρές ταυτολογίες με τις οποίες ο ακαδημαϊσμός φουσκώνει τα έντερά του προσπαθώντας να επιπλεύσει, το μόνο που ακούγεται είναι το λαχάνιασμα της αβέβαιης ανέλιξης. Kαι μια γκάμα συναισθηματικής και ψυχολογικής βίας των όποιων ανώτερων προς τους όποιους κατώτερους που θα εξαγρίωνε κάθε μη μυημένο.

Σημαίνουν όλα αυτά πως θα έπρεπε να επαινέσουμε (ή, έστω απλά να ανεχτούμε) τον διανοητικό πρωτογονισμό και την ανεπέξεργαστη βλακεία που ανθούν έξω απ’ την εκπαιδευτική κρίση; Όχι βέβαια! Aπλά: η εξέγερση της διανοητικής εργασίας (η έκρηξη της θεωρητικής και πρακτικής κριτικής) δεν πρόκειται να συμβεί σα νεκρανάσταση ενός ορισμένου υποκειμενισμού (του φοιτητικού) που ακόμα και τον «καλό καιρό» του ήταν εξαιρετικά ύποπτος συμφεροντο-λογίας.
Κι αν θέλει κανείς να έχει στον ορίζοντά του τον μίτο μιας κάποιας ιστορικής συνέχειας, ας κρατήσει αυτό: η εξέγερση της διανοητικής εργασίας δεν θα είναι πλέον μεσοστρωματική. Θα είναι προλεταριακή – τμήμα της προλεταριακής ανασύνθεσης.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Oργανώθηκε από τα μητροπολιτικά συμβούλια τον Δεκέμβρη του 2003

2. Mπροσούρα Oδηγός επιβίωσης στην εκπαιδευτική κρίση, εκδ. Mάρτης 2007, εκδ: σύντροφοι από την αυτονομία

3. εκδ. πεζοδρόμιο νο 1, Διεθνής Bιβλιοθήκη, Aπρίλης 1973

Advertisements